Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Η Α Ι Ρ Ε Σ Η Μαθητεία στο ἐκκλησιαστικό παρελθόν

Μαθητεία στο ἐκκλησιαστικό παρελθόν 

Μια μελέτη τῆς “Ἱερᾶς Μονῆς” Παντοκράτωρος

Η   Α Ι Ρ Ε Σ Η


 Σχόλιο στολογίου μας maxomaiyperpistews.blogspot.com:

«Πολ καλ κκλησιολογικ κείμενο, πο ποδεικνύει κα ατ (πως κα πολλ λλα κτιθέμενα στ στολόγιό μας), τι ο αρετικο δν μπορε ν εναι κκλησία το Χριστο. φο λοιπν δν εναι κκλησία κα ατο (πως κα μες ο ρθόδοξοι), γιατί μία εναι κκλησία το Χριστο, δν μπορον ν τελον γκυρα μυστήρια, γιατί ατ τελονται μόνο μέσα στν ρθόδοξη κκλησία το Χριστο, τν μίαν, γίαν, Καθολικν κα ποστολικήν. Πς μως ο τς Μονς Παντοκράτωρος, ν κφράζουν σε ατό το κείμενο, μ πολ σαφήνεια τ ρθόδοξο δόγμα, παραμένουν μέσα στν παναίρεση το οκουμενισμο, κα δν διακόπτουν τν Κοινωνία μ τος παναιρετικος πισκόπους, εναι διανόητο κα μόνο ν τ σκεφθ, ρθόδοξη διάνοια. δ θ ταίριαζε τ λαϊκ ρητ «δάσκαλε πο δίδασκες κα λόγον δν κράτεις». Θες ν τος λεήσει, ν τος φωτίσει κα ν τος δώσει μετάνοια, πως κα σ λους τους πρώην ρθοδόξους κληρικούς, μοναχος κα λαϊκούς, στε ν πιστρέψουν στν ληθιν ρθόδοξη κκλησία (τν πρ τς ψευδοσυνόδου το Κολυμπαρίου) π’ που κα ξέπεσαν.. μν γένοιτο».

  maxomaiyperpistews.blogspot.com


ΑΣΙΖΗ  ΤΗΣ  ΙΤΑΛΙΑΣ  ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ  ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ  (ΓΙΝΕΤΑΙ  ΚΑΘΕ  4  ΧΡΟΝΙΑ). ΣΤΟ  ΚΕΝΤΡΟ   Ο  ΠΑΠΑΣ  ΚΑΙ  ΓΥΡΩ  ΟΛΟΙ   ΟΙ  ΑΡΧΗΓΟΙ  ΤΩΝ  ΣΑΤΑΝΙΚΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ  ΚΑΙ  ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΤΟΥ Π.Σ.Ε. ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ.

  

    Η   Α Ι Ρ Ε Σ Η

  γία ρθόδοξος κκλησία μας πάντοτε τίμησε τν γώνα γίων μορφν, μολογητν τς ρθοδοξίας κατ τς ποικίλης αρέσεως. γώνας ατς καταλαμβάνει τ πλεστον μέρος τς κκλησιαστικς στορίας κα  οσιαστικς πρξε κυριώτερος,  μλλον μόνος, παράγων διαμορφώσεως κα ξελίξεως τς λεκτικς διατυπώσεως τν κκλησιαστικν δογμάτων. μως, τί σημαίνει «αρεση»; Γιατί κκλησία πολεμε τς αρέσεις (κα χι βεβαίως τος αρετικούς); ως ποίου σημείου εναι νεκτ αρεση; Σώζονται σοι κολουθον τς αρέσεις;

       Θ προσπαθήσουμε ν δώσουμε μερικς φορμς φελίμου προβληματισμο πάνω στ θέματα ατά.

Εσαγωγ

1.Τί εναι αρεση

2. Δαιμονικ προέλευση τς αρέσεως

3. Ο αρετικο κατηγορον κόμη κα τος γίους

4. Αρεση σως ν εναι κα λλαγ νς «ἰῶτα» τν κκλησιαστικν δογμάτων

(- στορικ παραδείγματα, - διδασκαλία τν γίων Πατέρων)

5. Σωτηριολογικς πιπτώσεις τς αρέσεως

    Α. Τ μυστήρια τν αρετικν, κθ΄ τι κυρα εναι χαρίτωτα

- Ο αρετικο δν χουν «ποστολικ διαδοχή».

- Τ βάπτισμα τν αρετικν εναι «καθ’ αυτ» κυρο κα χωρς καμμία «διαδοχ»

- αρεση (κα χι νταρετικς γώνας) δημιουργε σχίσμα κα ξάγει π τν κοινωνία μ τ Σμα Χριστο.

    Β. Ο αρέσεις λλοιώνουν τ ρθν σέβας στ ζω τν πιστν  (ρειανισμός, Νεστοριανισμός, Μονοφυσιτισμός, Εκονομαχία, λατινικς ντιησυχασμς)

6. Ο αρέσεις ποτ δν θ κλείψουν ως τς Β΄ Παρουσίας

- Σύνοψη  - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

Εσαγωγή:  Στη σημεριν ποχή, λέξη «αρεση» χει ξοβελισθε π τ λεξιλόγιο τν θρώπων, κόμη κα τν περισσοτέρων πιστν, κα χει περιορισθε, χρωματισμένη μάλιστα κα μ κάποια ερωνεία, στ χαρακτηρισμ φιλοσοφικν κα δεολογικν ρευμάτων πο παρεκκλίνουν π κάποια γνωστ «κύρια»  (mainstream) κατεύθυνση.

π τν πίδραση τς προπαγάνδας τς Νέας ποχς το ντιχρίστου, ποία διδάσκει ν γαπμε χι τόσο τν διο τν πλησίον μας, σο τς ποιεσδήποτε πεπλανημένες πεποιθήσεις κα δέες του, χαρακτηρισμς τς «αρέσεως» κούεται στ τα πολλν, ς δθεν φορτισμένος πέρμετρα μ δικους ρνητικος συνειρμος κα παραπέμπει δθεν στ σκοτειν μεσαίωνα κα τν «ερ ξέταση».

μως τ πράγματα δν χουν τσι κα στν ρθόδοξη κκλησία, που «αρεση» εναι κίνδυνος πο πτεται καίρια της δίας της αωνίου σωτηρίας μας κα χι κάποια πλς φιλοσοφικ πόκλιση π μι «γραμμ» μις ξουσίας.

Τ θέμα τς αρέσεως εναι πέραντο, τόσο στν Πατερικ Γραμματεία, σο κα στ σύγχρονη καδημαϊκ θεολογία. Θ ρκεσθομε σ μερικ σημεα, πιφυλασσόμενοι γι περισσότερες διευκρινίσεις στ μέλλον.

1. Τί εναι αρεση  Σύμφωνα μ να σύγχρονο ρισμό, ς αρεση χαρακτηρίζεται «κάθε πεπλανημένη διδασκαλία ποία παρεκκλίνει π τ γνήσια χριστιανικ πίστη, ταυτόχρονα δ κα κάθε διαίτερη χριστιανικ κοινότητα ποία διαφωνε πρς τ δογματικ διδασκαλία τς ληθος κκλησίας κα χει ποκοπε π τν κοινωνία κα νότητα μ ατν» 1. 

Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ν προκειμένω «Ο παλαιο νόμασαν αρέσεις μν τος παντελς ποσπασμένους κα κατ τν δια τν Πίστη ποξενωμένους· σχίσματα δ ατος πο διαφοροποιήθηκαν γι κάποιες κκλησιαστικς ατίες κα μεταξύ τους ζητήματα, θεραπεύσιμα» 2.       

ξιοσημείωτη εναι κα ξς διάκριση: «Γι ν στοιχειοθετηθε [κατ τος . Κανόνες] τ δίκημα τς αρέσεως, παιτεται ρνηση  διαστροφ τν κανόνων,  τοι 1)ν κδηλωθε ξωτερικς, ετε γγράφως (δι συγγράμματος κ.λπ.), ετε προφορικς (δι κηρύγματος κ.λπ.), ετε μπράκτως (δι παραλείψεως  προσθήκης φράσεων  συμβολικν κινήσεων στ τελετουργικόν της Θ. Λειτουργίας κ.λπ.), 2) ν γίνει π σκοπο κα κ προθέσεως, διότι κ παραδρομής  κ συγγνωστς πλάνης δν διαπράττεται αρεση κα 3) ν πιμείνει στν πλάνη το δράστης, διότι δν θεωρεται αρετικς κενος ποος πρεσβεύει μν πεπλανημένως, λλ ταν νουθετεται νακαλε κα παρνεται τς κακοδοξίες του. Κθ΄ σον τ πλανάσθαι εναι νθρώπινο, λλ τ μμένειν στν πλάνη κα τ μ πορρίπτειν ατν μετ π πόδειξη πο γίνεται, εναι φάμαρτο κα δαιμονικό, πειδ μφαίνει περοψία κα βρη κατ το γίου Πνεύματος» 3.

Πάντως, αρεση δν κρίνεται βάσει κάποιας πλς ποκλίσεως στ φρασεολογία  κα τν ρολογία,  λλ  π τν παρερμηνεία τν ληθειν, τν ποίαν παρερμηνεία  ξυπηρετε    συγκεκριμένη  πόκλιση  στν ρολογία·  λέγει  λόγου χάριν  Μέγας Βασίλειος καταπολεμώντας τν το αρεσιάρχου Σαβελλίου ταύτιση τν ποστάσεων το Πατρς κα το Υο, μέσω τς πάλειψης το συνδέσμου «κα» π μερικ χωρία τς γίας Γραφς «... τώρα μως λόγος π ατος δν γίνεται περ συλλαβν, οτε γι τ πς χε, τσι  λλις, κφραση, λλ γι πράγματα τ ποα χουν μέγιστη διαφορ σ δύναμη κα λήθεια. Λόγω τν ποίων, ν χρήση τν συλλαβν εναι διάφορη, ατο [ο αρετικο] προσπαθον λλες μν ν εσαγάγουν κα λλες ν ποδιώξουν π τν κκλησία. γ δέ, ν κα π τ πρτο κουσμα εναι φανερ χρησιμότητα, στόσο θ παράσχω κα τν ατία γι τν ποίαν ο Πατέρες μας, δν συμπαρέλαβαν χωρς λόγο τν χρήση τς προθέσεως ατς» 4.

αρεση εναι π τς μεγαλύτερες μαρτίες. Καθς λέγει Μέγας θανάσιος περ κείνων πο ρχίζουν μίαν αρεση· «χθροί του Θεο εναι κατ πρτο κα κύριο λόγο ο κάθαρτοι δαίμονες. Δεύτεροι μετ π κείνους σοι πρεσβεύουν τν εδωλολατρία κα ο ρχηγο τν αρέσεων»5.

Τοτο φαίνεται κα π τ ανιγμα πο κλήθηκε ν πιλύσει γιος ωάννης τς Κλίμακος: «Κάποιος γνωστικός μου θεσε να δυσχερστατο πρόβλημα.”Ποια μαρτία, μο επε, εναι βαρύτερη π’ λες, ξαιρέσει το φόνου κα τς ρνήσεως; Κα ταν γ το πάντησά “το ν πέση κανες σ αρεσι”, κενος μ ξαναρώτησε ...» κ.λπ. 6

Πλν τούτων, μία κα μόνη αρεση μπορε ν δημιουργήσει πολλαπλς λλες, ο ποες θ νατρέψουν ριζηδν τν περ Θεο διδασκαλία τς κκλησίας, τν κατανόηση το κόσμου κα το νθρώπου, κα θ δηγήσουν μετ τατα κα σ σφαλμένη πράξη.

γιος Γρηγόριος Παλαμς, ντικρούοντας τν ντιησυχαστ αρεσιάρχη Γρηγόριο κίνδυνο φανέρωσε κα νέπτυξε, τι σοι ρνονται τ «θεοπρεπ διάκριση» οσίας κα νεργείας στ Θεό, περιπίπτουν κατ συνέπεια κα σ λλες πενήντα μέγιστες αρέσεις7.

αρεση πάντως, εναι εσαγωγ μις νέας διδασκαλίας κα πρακτικς, νός  περισσοτέρων νεωτερισμν· πως χει παρατηρηθε π τν Καθηγητ Ν. Ματσούκα, «Πολ νωρς κκλησία πρε τν νομασία “καθολικ πο ργότερα γινε συνώνυμη μ τν κατοπιν ρο ρθοδοξία. Παράλληλα αρεση δν ταν τίποτα λλο παρ διάβρωση τς λήθειας, ς ζως κα διδασκαλίας, κα συνάμα κπτωση π τν κοινότητα. [...] χι μόνον ο αρετικοί της ποχς κείνης, μ κα ο πολέμιοι κόμη εχαν ντιληφθε πόσο παραίτητο εναι τ κριτήριο τς ρχέγονης ταυτότητας.

τσι νεωτερισμς δν μπορε ν χει σχέση πρς τν ρθοδοξία.

Καθετ τ νέο εναι ξένο πρς τν λήθεια πο μόνο ς ρχέγονη νοεται. [...] πρώτη [ ρθοδοξία] διεκδικε ταλάντευτα τν ρχαιότητα, ν δεύτερη [ αρεση] εναι νεωτεροποιΐα. τσι δογματικ διδασκαλία τς κκλησίας, παρ’ λο τι τν ποχ κείνη φομοίωνε κατ τν πι ρωμαλέο τρόπο προσαρμογς πο γνώρισε ποτ στορία, τ φιλοσοφικ ρολογία το περιβάλλοντος, στ συνείδηση τς κκλησίας γενικ κα τν διων των θεολόγων παρέμενε παλιά, ρχέγονη, παραδοσιακή. [...] Τούτη ναδρομ πρς τ παρελθν π τ να μέρος δν ταν διόλου πισθοδρόμηση, κα π τ λλο γινόταν μοναδικ σωστ μέθοδος γι ν λέγχεται τ περιεχόμενο κάθε διδασκαλίας. [...] ρθόδοξη ποψη εναι σαφς κα νυποχώρητη. μμένει στν ρχαιότητα τς διδασκαλίας. Ατ κα μόνο εναι τ κριτήριο τς γνησιότητας κα αθεντικότητας» 8.

Πρέπει ν νθυμούμαστε κα δύο κόμη σημαντικς παραμέτρους:

(α) αρεση ρχίζει συνήθως μ μορφ χονδροειδ κα προϊόντος του χρόνου πολεπτύνεται. Ο μεταγενέστερες μορφς κάθε αρέσεως ερίσκονται συνήθως πλησιέστερα πρς τν ρθοδοξία, λλ γι τ λόγο ατ εναι κα πλέον πικίνδυνες, φ’ σον δν διακρίνονται εκολα π΄ατήν.

Χαρακτηριστικ παραδείγματα π τούτου εναι (1) μιαρειανισμς τν «μοιουσινν» (παδν το δόγματος το «μοιουσίου»), πο φαίνεται ν πλησιάζει τ «μοούσιον» τν ρθοδόξων, λλ΄ μως  συνιστ αρεση (βλ. παρακάτω) κα  (2) μετριοπαθς μονοφυσιτισμς το Σεβήρου ντιοχείας, ποος λόγω πολ λεπτς διαφορς στς χριστολογικς διατυπώσεις εναι περισσότερο δυσδιάκριτος π τν πρώιμο μονοφυσιτισμ τοῦἈρχιμανδρίτου Ετυχος 9.

 (β) Εναι σύνηθες στν πατερικ ντιαιρετικ γραμματεία ν ναζητονται και ν στηλιτεύονται ο προεκτάσεις τν αρετικν δογματικῶν  διατυπώσεων 10.

Σημειωτέον δέ, τι κανονικς ο αρετικοί, κόμη κα ο Παπικο  ο Προτεστάντες, δν καλονται Χριστιανοί, κατ τν Παράδοση τς κκλησίας· χαρακτηριστικς λέγει μεταξ λλων ρχαίων θεολόγων Τερτυλλιανός, «σοι εναι αρετικοί, Χριστιανο δν δύνανται ν εναι» 11.

αρεση, πως θ δομε κα παρακάτω, ποξενώνοντας τος παδούς της π τ Μυστικ μπελο, τν Χριστό, κα τν πρς Ατν Κοινωνία δι τν Μυστηρίων, πως κα π τν ρθ διδασκαλία, καθιστ τν νθρωπο ξένο πρς τν γία Τριάδα. Σύμφωνα μ τν γιο ωάννη τν Δαμασκηνό, αρεση, πως κα διάπραξη τν ργων τς μαρτίας καθιστ  ποδεικνύει τν νθρωπο οσιαστικς πιστο:  «ποιος δν πιστεύει, πως πιστεύει Παράδοσις τς Καθολικς  [ρθοδόξου]  κκλησίας    κοινωνε μ τν διάβολο δι μέσου των παρανόμων ργων, εναι πιστος». 12.

Περ τς αρέσεως ς διαβρώσεως τς ζως κα διδασκαλίας κα ς κπτώσεως (ποκοπς) π τν κκλησιαστικ κοινότητα, γράφουμε παρακάτω.

2. Δαιμονικ προέλευση τς αρέσεως  Εναι βασικ διδασκαλία τς κκλησίας, περ το τι φαλος βίος γενν φαλα δόγματα· γιος Χρυσόστομος, ρμηνεύοντας τ ποστολικ λόγιο: «Ψυχικς δ νθρωπος ο δέχεται τ το Πνεύματος· μωρία γρ ατ στι» [΄ Κορ. 2, 14] λέγει: «Κα σ πολλ λλα σημεα λέγει, τι ατία γι τ μ ποδοχ τν τελειοτέρων δογμάτων εναι διαφθορ το βίου»13. ντίληψη ατ τς κκλησίας διασώζεται κα στν παλαι λληνικ παροιμία « πίπτων θικς, πίπτει κα κατ τς δέας».

Περ τς δημιουργίας τν αρέσεων ς π’ εθείας ργου τν δαιμόνων, μς βεβαιώνουν ο γιοι Πατέρες· γιος ωάννης τς Κλίμακος λέγει · «πάρχουν μερικο κάθαρτοι δαίμονες πο μόλις ρχίση κάποιος τν μελέτη τς γίας Γραφς το ποκαλύπτουν τν ρμηνεία της. Τοτο διαίτερα γαπον ν τ κάνουν σ καρδις κενοδόξων νθρώπων κα μάλιστα μορφωμένων μ τν κατ κόσμον παιδεία. Κα ποσκοπον ν τος ρίξουν σ αρέσεις κα βλάσφημες δέες πατώντας τους σιγ-σιγά. Θ ντιληφθομε δ καλς τν δαιμονικ ατ θεολογία  καλύτερα βαττολογία π τν ταραχ κα τν κατάστατη κα τακτη εχαρίστησι πο δημιουργεται στν ψυχ τν ρα τς ξηγήσεως»14.

 3. Ο αρετικο κατηγορον κόμη κα τος γίους

π τν μπειρία τν ρχαίων γίων Πατέρων, γνωρίζουμε τι πτώση στν πλάνη πολλν πνευματικν γωνιστν, διλθε διαδοχικς μέσα π τν περιφρόνηση πρς τος Πνευματικος Πατέρες κατ’ ρχήν, πειτα δ πολλάκις φθασε κα στ περιφρόνηση το Θεο.

Τ Λαυσαϊκόν, ρχαία συλλογ διηγήσεων περ τν Μοναχν, μς διηγεται περ το σκητο ρωνος, ποος πεσε σ περηφάνεια κα καταφρονοσε λους τους Πατέρες, κόμη κα τν γιο Μακάριο τν Πρεσβύτερο, καθς κα τν Θεία Κοινωνία, κατέληξε δ ν σχυρίζεται τι δν χρειάζεται λλο διδάσκαλο παρ μόνο τν Χριστό15.

       Ο  αρετικο ντιχαλκηδόνιοι μονοφυσίται παδο το Σεβήρου, βλέποντας καθαρς, τι θεολογία τν γίων Πατέρων πο ζησαν πρ τς  Δ΄ Οκουμενικς Συνόδου τς Χαλκηδόνος δν ενοοσε τ δική τους πολεμικ  ναντίον τς  Χαλκηδόνειας θεολογίας, ρριψαν τν εθύνη στος γίους Πατέρες, κατηγορώντας τους γι ποχώρηση σ πιέσεις· γιος φραίμιος Πατριάρχης ντιοχείας, σύμφωνα μ σχετικ μαρτυρία το Μεγάλου Φωτίου, πήντησε ς ξς στος αρετικος ντ-χαλκηδονίους· «ποτε ο παδο το Σεβήρου λέγχονται π τ λόγια τν θεοφόρων Πατέρων μς ο ποοι διέλαμψαν πρ τς Συνόδου τς Χαλκηδόνος κα κήρυξαν δύο φύσεις [το Χριστο] στν νωση κατ τν πόσταση το Λόγου, μέσως στρέφονται σ κατηγορία ναντίον τος [τν Πατέρων], βάζοντας επρόσωπο -πως νομίζουν- κάλυμμα στ διαβολή, λλ διακωμωδώντας τους  τσι, χειρότερα π κείνους πο θ τος ξύβριζαν ς πρόσωπους. Λέγουν, δηλαδή, τι μίλησαν περ δύο φύσεων χι μ τ γνώμη τους, οτε κουσίως, οτε μολογώντας τν

Πίστη, λλ΄ ντιτιθέμενοι στν ψευδώνυμη γνώση κα κατ’ οκονομίαν κα πρόσκαιρα κα κάτω π τ βία κάποιας πιέσεως π τος αρετικούς. Κα τί λλο εναι ατ π τ ν χαρακτηρίσει κανες τος διδασκάλους ς ποκριτς κα προδότες τς ληθείας, ο ποοι προτιμον τ ξένο κα αρετικ δόγμα π τν πατροπαράδοτη εσέβεια κα ο ποοι πι πολ λκύσθηκαν πρς τ βάραθρο κείνων [τν αρετικν], παρ νείλκυσαν κάποιους π κε; Πς εναι δυνατν τέτοιοι νθρωποι ν πον μαζ μ τν Παλο λόγος μας πρς σς δν γινε να κα χι, λλ γινε να ν Χριστ [Πρβλ. Β΄ Κορ. 1, 18.19], φ’ σον λλάζουν μυριάδες κατευθύνσεις στ ζω κα μιμονται τς μεταβολς το Ερίπου; λλ τί λέγει πάλι αρεση; ς συγχωρήσουμε τος Πατέρες, διότι κβιασμς πεκράτησε π τς γνώμης τους· σν ν χη λάβει [ αρεση] ξουσία ν περιγελ κα ν κατακρίνη ταν θέλη κα πάλι ν συγχωρ τ μάρτημα· κα μόνον πο δν λέγει “Τ χείλη μς εναι στ διάθεσή μας· κα ποις εναι Κύριός μας;” [Ψάλμ.11,5]. Παρ τατα, ν ο Πατέρες πειδ μάχοντο ναντίον τν αρέσεων, κόμη κι ν ξέπιπταν π τν εσέβεια, εναι γι τ λόγο τοτο ξιοι συγγνώμης, πς δν πήλαυσαν τς διας συμπάθειας κ μέρους σς ο Πατέρες τς Χαλκηδόνος, κόμη κι ν φάνηκε τι παραχάραξαν κάτι; Διότι κα ατο δογμάτισαν, καθς μάχοντο ναντίον δύο αρέσεων, το Νεστορίου κ’ το Ετυχος.  λλτόσο τυφλ κα κωφ [πράγμα] εναι σέβεια σ κάθε περίπτωση κα δν μπορε ν βλέπη κα ν κούη οτε κενα πο δια προβάλλει»16.

       δια πρξε κα ντιμετώπιση γίων Πατέρων τς κκλησίας π δυτικος σχολαστικος θεολόγους, ταν κατέστη φανερό, τι Πατερικ Θεολογία δν ενοοσε τν αγουστίνεια κα θωμιστικ-σχολαστικ κδοχ περ θέας το Θεο, ς θέας τς οσίας το Θεο, διότι γι τος γίους Πατέρες εναι διανόητη κάθε σχέση κτιστο ντος μ τν οσία το Θεο· ησουΐτης Γαβριλ Βάσκουεθ (1551-1604) πέδωσε ν προκειμένω τν κατηγορία τς πλάνης περ το θέματος τούτου, ν δηλαδ εναι κατάληπτη οσία το Θεο, χι μόνον στος ρμενίους κα τος λληνες, λλ κα στν γιο ωάννην τν Χρυσόστομον κα λλους γίους Πατέρας, τν Μέγαν Βασίλειον, τν Γρηγόριον Νύσσης, τν Κύριλλον λεξανδρείας, ωάννην Δαμασκηνόν,  τν  Θεοδώρητον,  κα τος δυτικος μβρόσιον, ερώνυμον, Πριμάσιον κα σίδωρον τς Σεβίλλης. Περαιτέρω Βάσκουεθ γραψε δικαιώνοντας τν αρεσιάρχη Ενόμιο, τν ποον κατεδίκασε Β΄ Οκουμενικ Σύνοδος, μ τν πρόθεση ν μεταφέρει τν ρθολογιστικ γνωσιολογία το Ενομίου στ μυστικιστικ πίπεδο· « Ενόμιος δν ταν τόσον νόητος, ταν πεστήριζεν τι γνσις του περ το Θεο το ση μ τν γνσιν το Θεο περ το αυτο του» 17.

 Εναι σαφές, τι ο αρετικοί, φ’ σον παρερμηνεύουν τν δια τν γία Γραφή, βάσει τς ποίας λέγχονται ο πλάνες τους, πολ περισσότερο δν θ φεισθον οτε κα τν γίων Πατέρων.

 4. Αρεση σως ν εναι κα λλαγ νς «ἰῶτα» τν κκλησιαστικν δογμάτων  αρεση, μολονότι πιφέρει συνολικς σφαλμένη κα πικίνδυνη Τριαδολογία  Χριστολογία  Πνευματολογία   κκλησιολογία κ.λπ., κα συνεπς κα σωτηριολογία (πς δηλαδ σώζεται νθρωπος), ν τούτοις εναι νδεχόμενο ν περιλαμβάνεται κα συνοψίζεται σ στω κα μία μόνον λέξη.

 

·        Μερικ παραδείγματα κ τς στορίας:

 Ἡ διαφορ μεταξύ των ρων «μοούσιος» κα «μοιούσιος» γκειται φαινομενικς μόνο σ να ἰῶτα· κα μως, σημασιολογικ εναι πειρη. π τ πίθετα ατά, πο φορον στν Υἱὸν κα Λόγον το Θεο, χρησιμοποιήθηκαν τ μν πρτο, «μοούσιος», π τος ρθοδόξους στ Σύμβολο Πίστεως τν Α’ κα Β΄ Οκουμενικν Συνόδων, γι ν τονίσουν, τι Υἱὸς κα Λόγος το Θεο εναι «κ τς οσίας το Πατρός», δηλαδ μέτεχει στν δια μ τν Θε Πατέρα θεία οσία, συνεπς εναι τέλειος Θεός, μότιμος, μοδύναμος, μόδοξος κ.λπ. μ τν Πατέρα.

ρος «μοιούσιος», τν ποον παρουσίασε αρετικν φρονημάτων Εσέβιος Νικομηδείας κατ τν Α΄ Οκουμενικ Σύνοδο κα τν ποον πεστήριξαν ο μετριοπαθες αρετικο μι-ρειανο πο λαβαν κα τν νομασία «μοιουσιανοί», χαρακτηρίζει τν Υἱὸν κα Λόγον το Θεο, ς «μοίας οσίας» μ τν Θεν Πατέρα (χι τς δίας οσίας)18, πράγμα πο μπορε ν σημαίνει - ν δν συμπληρωθ μ τος πιρρηματικος προσδιορισμος «παραλλάκτως, κατ πάντα» του Μεγάλου Βασιλείου - τι Υἱὸς εναι λλης οσίας («τερούσιος») π’ ,τι Θες Πατήρ, ρα εναι κτίσμα κα χι Θεός, πράγμα πο συνιστ τν αρεση το ρειανισμο (περ τν πιπτώσεων τς ποίας βλ. κατωτέρω).

Παρομοίας σημασίας εναι κα διαφορ τν περ το Υο κα Λόγου το Θεο θεολογικν ρων «γεννητς» κα «γενητός», π τος ποίους μν πρτος προέρχεται π τ ρμα «γενν» κα δεύτερος π τ ρμα «γίγνομαι» (δημιουργομαι, κατασκευάζομαι). Ο ρθόδοξοι πο ντιμετώπισαν τν ρειανικ αρεση σαφς διέκριναν μεταξύ των δύο. Μέγας θανάσιος διετύπωσε χαρακτηριστικά: «Σχετικς μ τ γεννητν δν διαφέρει κα ν λέγη κανες τι “γέγονεν”   “πεποίηται”· μως, τ γενητ εναι δύνατον, φο εναι δημιουργήματα, ν λέγονται “γεννητά”, κτς βέβαια, ἐὰν μετ τατα, πειδ μετέσχον στν γεννητν Υόν, λέγεται τι κα ατ γεννήθησαν”· χι βέβαια, χάρις στ φύση τους, λλ χάρις στν κ μέρους τος μετουσία το Υο ν τ Πνεύματι» 19.

Ο ρθόδοξοι γνώριζαν, τι Θες Υἱὸς κα Λόγος εναι «γένητος», καθς κα Θες Πατρ κα τ γιον Πνεμα (δηλαδ δν «γένετο», δν «κτίσθη», δν δημιουργήθηκε), δν εναι μως κα «γέννητος», διότι γεννται π τν Πατέρα, τ ποο χαρακτηρίζει τν τρόπο πάρξεως τς ποστάσεώς Του, κατ τ «ποστατικ Το δίωμα», μ Γεννήτορά Του τν Θεν Πατέρα. π’ ατν τν ννοια, μόνος Θες Πατρ εναι, χι μόνον γένητος (δημιούργητος), λλ κα γέννητος (δηλ. δν πάρχει «γεννητς», μ γέννηση π κάποιο λλο Πρόσωπο). ντιθέτως, ο ρειανο ταύτιζαν, τν γεννησία κα τν γενησία μ τν οσία μόνον το Θεο Πατρός, κα συνεπέραναν τι, φ’ σον Υἱὸς εναι γεννητς κ το Πατρός, τότε εναι τερούσιος, διαφορετικς («τέρας») οσίας π τν Πατέρα, κα συνεπς κα γενητός, δηλαδ κτίσμα, δημιούργημα 20, πο λθε στν παρξη σ κάποια στιγμή. Κα δ διαφοροποίηση τς ρθοδοξίας π τν αρεση, διλθε μόνον μέσω... νς «ν»! διευκρίνηση στ Σύμβολο τς Πίστεως, πο κα σήμερα παγγέλλουμε, «γεννηθέντα, ο ποιηθέντα» χει κριβς τ σημασία ατς τς διακρίσεως τν δύο μοήχων λέξεων· εναι τ διο σν ν λέγει «γεννηθέντα, ο γενηθέντα».

να λλο στορικ παράδειγμα φορ στν ρο «Χριστοτόκος» περ τς περαγίας Θεοτόκου· σ ατ τν περίπτωση, χουμε να δογματικ ρο, τν ρο «Χριστοτόκος» περ τς Θεοτόκου, ποος νοηματικς κθ΄ αυτν δν εναι σφαλμένος21· λλωστε κα ρθόδοξος ερ μνογραφία ναφερόμενη στ περαγία Θεοτόκο λέγει: «Χριστν τν Θεν μν τεκες»22. στόσον, πειδ ρος χρησιμοποιήθηκε π τν αρεσιάρχη Νεστόριο μ πονηρ σκοπό, γι ν ξοβελίσει τν ρο «Θεοτόκος» - πειδ Νεστόριος δν ταύτιζε τ πρόσωπο το Χριστο μ τ πρόσωπο το Υο κα Λόγου, πως ο ρθόδοξοι γ΄ ατ κκλησία παγόρευσε τν χρήση το ρου «Χριστοτόκος» περ τς Παναγίας, ς μ παρκος ρου, κα καθιέρωσε τν ρο «Θεοτόκος»23, περ τς γίας Παρθένου, ς ρου παρκέστατα σαφος χριστολογικς,  φ’ σον κατ τν γιο Κύριλλο λεξανδρείας,  λος    τότε  χριστολογικς  γώνας  τν  ρθοδόξων συνοψίζεται στν χαρακτηρισμ τς Παρθένου Μαρίας ς Θεοτόκου: «Σχεδν λόκληρος γώνας περ τς Πίστεως χει συγκροτηθ πό μας, ν διαβεβαιώνουμε, τι εναι Θεοτόκος γία Παρθένος»24.

 

·        Τ διαπίστωση ατή, περ τς σημασίας τν φαινομενικς μικρν διαφορν δογματικς ρολογίας γι τ διατήρηση   λλοίωση τς Πίστεως, κφράζουν κα γενικς ο γιοι Πατέρες στ συγγράμματά τους.

Μέγας Βασίλειος στ ργο το Περ το γίου Πνεύματος, πισημαίνει: «Τ να κα τ χι εναι δύο συλλαβές· λλ’ μως τ καλύτερο π τ γαθά, λήθεια, κα τ σχατο ριο τς πονηρίας, τ ψεδος, πολλς φορς μπεριέχονται σ’ ατς τς μικρς λέξεις. Κα τί λέγω ατά; δη, κα μόνον ν κινήση κανες καταφατικά το κεφάλι γι τ μαρτύρια χάριν το Χριστο, κρίθηκε κπληρωτς λόκληρης τς εσέβειας. Κα ἐὰν ατ εναι τσι, ποις π τς θεολογικς κφράσεις εναι τόσο μικρή, στε ετε καλ εναι ετε κακή, ν μ παρέχει μεγάλη ροπ γι να π τ δύο; Ἐὰν λοιπν π τν Νόμο ἰῶτα ν κα μία κεραία δν θ παρέλθη” [Ματθ.5,18], πς θ ταν δυνατν σ μς ν παραβανουμε κα τ πι μικρά;»25.

  γιος ωάννης Χρυσόστομος, ρμηνεύοντας τ το ποστόλου Παύλου «Τς δ βεβήλους καινοφωνίας περιΐστασο» [Β’Τιμ. 2, 16] γράφει· «Διότι δν θ σταματήσουν μέχρι δ. Διότι ταν κάτι καινούργιο εσαχθ, πάντοτε τίκτει καινοτομίες· κα εναι πέραντη πλάνη ατο πο χει ξέλθει π τ εδιο λιμάνι κα δν θ σταματήση πουθενά. Διότι λέγει π πλεον προκόψουσιν σεβείας κα λόγος ατν ς γάγγραινα νομν ξει” [Β’Τιμ. 2, 17]. Εναι σταμάτητο κακό, πο πι δν μπορε ν περιορισθ π κάποια γιατρειά, λλ καταστρέφει τ πν. Δείχνει τι καινοφωνία [καινούργια διδασκαλία] εναι ρρώστια,   μλλον χειρότερη π ρρώστια» 26.

 Γράφει πίσης κα γιος Θεόδωρος Στουδίτης γι τ πς μία λέξη, χαρακτηρισμς «οκονομία» γι τν μαρτία, μπορε ν γίνει πολλαπλς λέθριος: « μοιχοσύνοδος ναμφιβόλως λοκλήρωσε μίαν αρεση, ρχίζοντας π τ μοιχεία, μολονότι στ μισ «καταλάγιασε» μόνο ... στ  ν νομάση   μλλον ν κηρύξη τι μοιχοζευξία [δηλ. γάμος μοιχευομένων προσώπων] ποτελε οκονομία στν κκλησία το Θεο. Κα μ θαυμάσης ν μι λέξη τίκτη αρεση, κούοντας τν Κύριο ν λέγη Ἰῶτα ν   μία κεραία ο μ παρέλθη π το νόμου ως ν πάντα γένηται” [Ματθ. 5, 18]. Μήτε ν σο φαν καλ ν λέγης· “Πο εναι νάγκη ν πολυπραγμονομε, κα μ μι λέξη ν νάγουμε στν ρχ τος τς γνωστικς θεωρίες κα ν συμπεραίνουμε κενο κα  τ λλο;. Γι ν μ πέσης στ λεγομένη αρεση τν Γνωσιμάχων [τν χθρν της γνώσεως]».Κα πάλι λέγει σ λλο σημεο: «Ατοί, μως, πο ντίθετα π ατ κήρυξαν τν μοιχοζευξία ς σωτήρια οκονομία, τί διαφορετικ  καναν  π  τ  ν  ποφανθον  τι  ο ντολς το Θεοεναι τρεπτς [...] Δν συμπεραίνεται λοιπον π ατά, παρ μόνον τ τι, Θες εναι τρεπτς κα λλοιωτός, καθς ξομοιώνεται ατς πο μιλε μ ατ πο λέγει, κα τ Εαγγέλιον εναι όριστο ς πρς τν σωτηρία κα τν πώλεια. ρα, κα γι λους τους νθρώπους κα γι κάθε παράβαση ντολς, πάρχει ... “οικονομία” !» 27.

γιος Ταράσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, π τν μερν το ποίου πιτεύχθηκε πρώτη ναστήλωση τν γίων Εκόνων (787 μ.Χ.), πευθυνόμενος στν Ζ’ Οκουμενικ Σύνοδο, λέγει τ ξς: «Τ ν μαρτάνη κανες στ δόγματα ετε εναι μικρά, ετε εναι μεγάλα, εναι τ διο. Διότι κα π τ δύο θετεται νόμος το Θεο» 28.

Παρομοίως κα γιος Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, σ πιστολή του πρς τν Πάπα Νικόλαο, γράφοντας γι τ ποι θέσμια τς κκλησίας εναι ποχρεωτικ γι λους κα ποι χι, πισημαίνει:  «Κα πράγματι, πάρχουν τ κοινά, τ ποα εναι νάγκη ν τ φυλάττουν λοι, κα βεβαίως πρν π τ λλα, τ περ Πίστεως, που ν παρεκκλίνη λίγον κανείς, μαρτάνει μαρτίαν πρς θάνατον». 29.

γιος Γρηγόριος Παλαμς, καταφερόμενος κατ τς λατινικς αρέσεως το Filioque, παρατηρε στ ργο το Λόγος ποδεικτικς περ τς κπορεύσεως το γίου Πνεύματος τ ξς: « φις λοιπν νοητς κα δι τοτο κα περισσότερον κατηραμένος, τ πρτο κα μέσο κα τελευταο κακό, πονηρός, πο τρέφεται πάντοτε π τν χαμερπ κα γήινη πονηρία, κούραστος παρατηρητς τς πτέρνας, δηλαδ τς πάτης, ατς πο εναι κάθε θεομίσητης δοξασίας φευρετικώτατος σοφιστς κα πίθανα εμήχανος, χωρς καθόλου ν λησμον τ δική του κακοτεχνία, εσάγει καινούργιες ρολογίες περ Θεο, μέσω τν Λατίνων, πο εναι πειθήνιοι σ ατόν, κα ο ποες φαίνονται ν χουν μικρ παραλλαγή, λλ εναι φορμς μεγάλων κακν κα φέρουν πολλ κα δειν κφυλα κα τοπά της εσεβείας, κα ο ποες δεικνύουν σ λους φανερς, τι σ ,τι φορ στ Θεό, δν εναι μικρό το στω κα λάχιστα μικρό. Διότι ἐὰν στ κάθε τί π τ δικά μας [τ νθρώπινα] ἐὰν ξεκινήση να τοπο στν ρχή, μετ τατα γίνονται πολλά τα τοπα, πς σ τι φορ στν κοιν ρχ τν πάντων κα στις  σχετικς μ ατν τρόπον τιν ναπόδεικτες ρχές, ἐὰν προηγηθ κάτι ηθες μ σέβεια, δν θ γίνουν πολλά τα τοπήματα κτς τούτου; Στ ποα θ εχε φανερς περιπέσει τ γένος τν Λατίνων, ν δν εχε φαιρεθ τ περισσότερο π τν κακοδοξία, πειδ μες ντιλέγαμε στν καινοφωνία το δόγματος. Κα μερικς φορς συστέλλονται τόσο πολύ, στε λόγω λλείψεως πιχειρημάτων, ν λέγουν τι χουμε τ διο φρόνημα, λλ διαφωνομε στς κφράσεις· κα βέβαια ψεύδονται πέρογκα στν διο τν αυτ τος» 30.       Συνεπς,  κα  κατ  τν  γιο  Γρηγόριο  τν  Παλαμά, «ο μικρν ν τος περ Θεο τ παραμικρόν».

      Τ φρόνημα ατ τς κκλησίας μας, τι παραμικρ πόκλιση  π’ τν Πίστη,  συνιστ  αρεση,   τεκμηριώνεται  παρκς  π  τς  παραπάνω  λίγες παραπομπς στος γίους Πατέρες, μολονότι εναι δυνατν ν ερεθον κα πολλς κόμη. Μάλιστα, συνείδηση ατ πέρασε κα στος περ Πίστεως πολιτικος νόμους· πως μς πληροφορε «Νομοκάνων» - ποος εναι συλλογ ερν Κανόνων τς κκλησίας κα Νόμων τς Πολιτείας- σ διάταξη το πολιτικο Κώδικος΄ βιβλίον, ε΄ διάταξις, β΄ τίτλος) πάρχει ξς χαρακτηρισμς το νόμου τς Πολιτείας: «εναι αρετικς κα πόκειται στος νόμους κατ τν αρετικν ατς πο παρεκκλίνει κα λίγο π τν ρθόδοξη Πίστη»31. πίσης σ λλη, παλαιότερη νομικ διάταξη πάρχει κα διατύπωση ατή: «αρετικς εναι καθένας πο φάνηκε κα μ μικρ νδειξη τι παρετράπη π τ δόγμα   τν εθεία της Καθολικς κκλησίας» 32.

 Δυστυχς, στ πλαίσια τς αρέσεως το οκουμενισμο, ποος τείνει, ση δύναμις, ν λλοιώσει τν ρθόδοξη θεολογία, εναι δυνατν ν δε κανες τν παράδεκτη, νεδαφικ κα ντι-παραδοσιακ διαίρεση τν δογματικν διαφορν σ κενες πο συνιστον αρεση κα σ λλες πο δν συνιστον αρεση 33.

πωσδήποτε, μως, ατ τ ποο φαίνεται στ διαχρονικ συνείδηση τς κκλησίας μς εναι τ ντίθετο κα εναι πολ πλ κα σωτήριο: ποιος (νομαζόμενος «χριστιανς») πιστεύει μν στν γία Τριάδα κα στν Χριστ ς Θεό, λλ’ νσυνειδήτως διαφέρει τς ρθοδοξίας στω κα κατ’ λάχιστον, ατς εναι αρετικς κα κτς κκλησίας.

5. Σωτηριολογικς πιπτώσεις τς αρέσεως

Α. Τ μυστήρια τν αρετικν, κθ΄ τι κυρα, εναι χαρίτωτα        κκλησία εναι, πρς λύπην Της, ποχρεωμένη ν ποκόψει τ μετανόητα αρετικ μέλη της γι ν μ λλάξει σταδιακ κκλησιαστικ Πίστη κα Παράδοση· ποκοπ ατ τν αρετικν, τ γνωστν «νάθεμα»   «φορισμς» τν ερν Συνόδων, οσιαστικς στερε κα πισήμως τος αρετικος π τν μπελο, π τ Σμα κα Αμα το Χριστο, μολονότι ο αρετικο εχαν   δη διακόψει κάθε προσωπικ ν γίω Πνεύματι σχέση μ τν Χριστόν, ποδεχόμενοι να «ντίχριστο» φρόνημα.

ποδεικνύεται παρκς, βάσει τς διδασκαλίας τς κκλησίας μας κα πλήθους στορικν περιστατικν, πο φορον στν ρειο (4ος α.), στν ντισυχαστ κίνδυνο (14ος α.), κ.α. τι ο αρεσιάρχες, σοι κκινον μι καινουργ αρεση, κόμη κα ταν εναι τυπικς (ξωτερικς) ντς κκλησίας, οσιαστικς εναι ποκομμένοι π τν Κεφαλ τς κκλησίας, τν Χριστό 34.

κκλησία,  παρ  τατα,  πειδ  εναι ξ ρισμο «Μία», καθς μολογομε κα στ Σύμβολο τς Πίστεως, δν διαιρεται, λλ χαρακτηρίζεται π ταυτότητα Πίστεως, κοιν μετοχ στ Λατρεία κα τ Μυστήρια κα κοιν διοίκηση 35· στε δν μπορομε ν χουμε δύο μότιμες κκλησίες μ διαφορετικ Πίστη, λατρεία, διοίκηση, καθς σφαλμένως δογματίζεται λ.χ. περ δθεν «δύο πνευμόνων» τς κκλησίας,   νατολικο   κα   δυτικο,    περ  τν  τερόδοξων  «κκλησιν»  ς κλάδων το νς δένδρου τς οράτου κκλησίας («θεωρία τν κλάδων») 36· πλ λήθεια εναι, τι κκλησία ς Σμα Χριστο παραμένει πάντοτε διαίρετη.

Γράφει π τούτου κα μολογητς γιος Θεόδωρος Στουδίτης: «πειδ π τος ποστόλους κα πειτα, μ πολλος τρόπους πολλς αρέσεις προσέκρουσαν πάνω της κα θεσμοι ρύποι ντίθετοι στος Κανόνες, πως κα τώρα, λλ δια [ κκλησία] μ τν τρόπο πο επαμε χει παραμείνει σχιστη κα διαίρετη, κα θ διαμένη τσι στν αώνα, καθς θ φαιρονται π ατν κα θ ποδιώκονται ατο πο φρόνησαν κα πραξαν κακά, πως πομακρύνονται π τν σειστη παράλια πέτρα, τ κύματα πο καταπίπτουν  πάνω της» 37.

Περ το κύρους τν μυστηρίων κα τς διδαχς τν αρετικν γιος Κύριλλος λεξανδρείας, ρμηνεύοντας βαθύτερα τν πίπληξη το Προφήτου Μαλαχίου γι τν γκατάλειψη τς «γυναικς τς νεότητος» (Μαλ. 2, 14.15), γράφει τ ξς: «Κα ατ μν σον φορ στν μφαν κα πρόχειρη κατανόηση· λλ πρέπει ν προσέχουν σοι χουν κληθ πρς γιασμ μέσω τς Πίστεως, μήπως μ κάποιον τρόπο ποτραβηχθον πρς τς βέβηλες αρέσεις, σν πρς κάποιες γυνακες λλογενες, τς ποες Θες πεχθάνεται. Διότι τος ρκε γι πνευματικ καρποφορία καθαρ κα μωμη παιδαγωγία τν διδασκάλων τς κκλησίας, κα - τρόπος το λέγειν - τος καθιστ πατέρες τέκνων εγενν, ο ποοι τίκτουν νοητς π γαθ καρδία τ καυχήματά της πρς Θεν γάπης» 38.

Σ λλο ργο του γιος Κύριλλος γράφει· «... ατο πο συνάπτονται μ τος νοσίους αρετικος κα μετέχουν στ θυσιαστήρια κείνων, κα γι τος ποίους τ γαπημένα τ Θυσιαστήρια γιναν ξένα. Διότι πλήθυναν ναντίον το αυτο των τς μαρτίες, θυσιάζοντας τν μνόν, ξω της ερς κα θείας αλς, δηλαδ τς κκλησίας» 39.

Παρομοίως περ τς πουσίας κκλησιαστικο χαρακτρος στς κτς κκλησίας κοινότητες ποφαίνεται κα γία Ζ’ Οκουμενικ Σύνοδος, πως φαίνεται στ Πρακτικά της: «ωάννης θεοφιλέστατος τοποτηρητς το ποστολικο θρόνου τς νατολς επε· αρεση χωρίζει κάθε νθρωπο π τν κκλησία· γία Σύνοδος επε· τοτο εναι λοφάνερο» 40.

        Λόγω τς λλείψεως τς χάριτος το Θεο στος κόλπους τν αρετικν εναι σαφς στος Πατέρες τς κκλησίας, τι δν μπορε ν πάρξη ληθς ρετ σ΄ατούς· σημειώνουμε ντιπροσωπευτικς μόνον τν γιον ωάννην τς Κλίμακος· «Εναι δύνατον π τ χιόνι ν προέρχεται φλόγα· περισσότερον, μως, δύνατον εναι ν πάρχη ταπείνωσις ες τος τεροδόξους· τοτο, λοιπόν, εναι κατόρθωμα τν πιστν κα εσεβν, κα μάλιστα σων χουν καθαρθ» 41.

·        Ο αρετικο δν χουν «ποστολικ διαδοχή».

Πολλο σύγχρονοι οκουμενιστές, περασπιστς το κύρους τν αρετικν μυστηρίων,  πικαλονται  τν  τν  αρετικν  «ποστολικ διαδοχή»,  δηλαδ  τν διάσπαστη σειρ χειροτονιν ποία κατέρχεται π τν ποστολικ ποχ μέχρι τν χειροτονία τν συγχρόνων μας αρετικν πισκόπων στος τόπους τν δικαιοδοσιν τν αρετικν· μως ο γιοι Πατέρες εναι σαφες γι τν λλειψη χάριτος σ σους δν ερίσκονται σ ζωνταν κοινωνία (κα χι πλς στορικ-παρελθοντικ) μ τ Σμα το Χριστο.

  γιος Γρηγόριος Θεολόγος, μιλώντας περ το Μεγάλου θανασίου κα τς ναδείξεώς του στ Θρόνο τς ποστολικς κκλησίας λεξανδρείας, ς διαδόχου του ποστόλου Μάρκου, διευκρινίζει, τι σημασία γι τν ποστολικ διαδοχ χει διαδοχ κα ξακολούθηση τς ποστολικς Πίστεως κα χι διαδοχ το θρόνου καθ’ αυτόν, νευ τς ρθς Πίστεως. Λέγει π λέξει· «,τι εναι μόγνωμο εναι κα μόθρονο· τι εναι ντιδοξο [δηλ. τς ντιθέτου δόξης, πίστεως] εναι κα ντιθρόνο [το ντιθέτου θρόνου]· κα μν [ διαδοχ στν θρόνο] χει τ νομα τς διαδοχς, λλ δ [ διαδοχ στν εσέβεια] χει τν λήθεια τς διαδοχς. Διότι δν εναι διάδοχος ατς πο χει ντίθετη δόξα [πίστη], λλ’ ατς πο χει τν δια πίστη. ν κάποιος δν παραδέχεται διάδοχο μ ατν τν τρόπο, τότε [εναι]  σν ν λέγη τν νόσο διάδοχό της γείας, κα τ ζάλη τς γαλήνης κα τν τρέλλα τς συνέσεως» 42.

 

·        Τ βάπτισμα τν αρετικν εναι «καθ’ αυτ» κυρο κα χωρς καμμία «διαδοχή».

Μέγας Βασίλειος πίσης ναφέρει τν ρχαία παράδοση, τ βάπτισμα τν αρετικν ν θεωρεται παντελς κυρο, τν δ σχισματικν, πειδ προέρχονται π τν ρθόδοξη κκλησία (που εχαν στν ρχ βαπτισθ) ν γίνεται δεκτό. «κενο τ βάπτισμα κριναν ο παλαιο ν δέχονται, τ ποο καθόλου δν παραβαίνει τν Πίστη. [...] πεφάσισαν λοιπν ο ρχαοι, τ μν βάπτισμα τν αρετικν παντελς ν τ πορρίπτουν, τν δ σχισματικν, πειδ εναι κόμη π τν κκλησία, ν τ ποδέχονται. [...]  Ατο πο δν βαπτίσθηκαν σ ατ πο μς παραδόθηκαν, δν βαπτίσθηκαν»43.

Περαιτέρω πεξηγε, τι μερικο παλαιο Πατέρες τς «αστηρότερης» γραμμς (γιος Κυπριανός, γιος Φιρμιλιανς κ.α.) προτίμησαν κόμη κα τν σχισματικν τα μυστήρια, λόγω τς ξόδου τν σχισματικν π τν κκλησία, ν θεωρονται κυρα, διότι ο μν πρτοι των σχισματικν εχαν λάβει τν χάρη, λλ τν χασαν πομακρυνόμενοι τς κκλησίας· «Ατο πο πέστησαν π τν κκλησία, δν εχαν πι τν χάρη το γίου Πνεύματος πάνω τους· διότι λειψε μετάδοση [το γίου Πνεύματος] πειδ διεκόπη κολουθία. Ατο πο πρτοι πεχώρησαν [π τν κκλησία] εχαν τς χειροτονίες π τος Πατέρες, κα μ τν τοποθέτηση τν χειρν ατν, λαβαν τ χάρισμα τ πνευματικόν· κενοι μως πο πεκόπησαν [ο σχισματικοί], πειδ  γιναν  λαϊκοί, δν  εχαν ξουσία  οτε ν Βαπτίζουν,  οτε ν  χειροτονον, οτε μποροσαν ν παρέχουν σ λλους τν χάρη το γίου Πνεύματος, π τν ποίαν λλωστε ατο ξέπεσαν. Δι τοτο προσέταξαν, πειδ ο δικοί τους βαπτίζονται π λαϊκούς, ταν ρχονται στν κκλησία, ν νακαθαίρονται μ τ ληθιν Βάπτισμα τς κκλησίας» 44.

ν λοιπν τίθεται, πως δ, σοβαρότατο θέμα γκυρότητος τν μυστηρίων τν σχισματικν, πόσο μλλον εναι μετ βεβαιότητος κυρα τα μυστήρια τν αρετικν;

Γι τ λόγο τοτο κα ερς Κανν τς ν Καρχηδόνι γίας Τοπικς Συνόδου (258 μ.Χ.) εχε νωρίτερα διαπιστώσει : «... ατ κα τώρα ρίζουμε, τ ποο πάντοτε σχυρς κα σφαλς κρατομε, τι κανες δν μπορε ν βαπτισθ ξω τς Καθολικς κκλησίας, πειδ εναι να το Βάπτισμα κα πάρχει μόνο μέσα στν Καθολικ [δηλ. ρθοδόξη] κκλησία [...] στν Καθολικ κκλησία μπορε ν δοθ [φεση μαρτιν], λλ πλησίον των αρετικν, που δν πάρχει κκλησία, εναι δύνατον ν λάβη κανες φεση μαρτιν [...] αρετικς δν μπορε ν γιάση τ λαιον, πειδ δν χει οτε θυσιαστήριο, οτε κκλησία. Κα δν μπορε λωσδιόλου ν πάρχη χρίσμα στος αρετικος [...] Κα γι’ ατ μες πο εμαστε μ τν Κύριο κα κρατομε τν νότητα το Κυρίου, κατ τν ξία πο μς χορηγεται, κα λειτουργώντας τν ερατεα Του στν κκλησία, σα κάνουν ο ναντίον Το ντικείμενοι, δηλαδ χθρο κα ντίχριστοι,φείλουμε ν τ ποδοκιμάσουμε κα ποποιηθομε κα πορρίψουμε κα ν τ χουμε ς βέβηλα» 45.

Σύγχρονες μελέτες, μ σως πι πλήρη κα γκυρη ατν το π. Γεωργίου Μεταλληνο «μολογ ν Βάπτισμα», ποδεικνύουν, βάσει τν ερν Κανόνων (π.χ. 7ου τς Β’ Οκουμενικς Συνόδου κα 95ου τς Πενθέκτης)  τι πάντοτε κκλησία θεωροσε ς καθ’ αυτ κυρα τα βαπτίσματα τν αρετικν κοινοτήτων, σχέτως ν γι πολλος λόγους γίνονταν νίοτε κατ’ οκονομίαν δεκτά, λλ μ τν προϋπόθεση, τι ο αρετικο πιστρέφουν στν κκλησία.

Δηλαδή, ν δν πιστρέφουν στν ρθόδοξη κκλησία, τ μυστήρια τν αρετικν λαμβάνονται ς παντελς κυρα «καθ’ αυτά».

πίσης, δια μελέτη ποδεικνύει, τι προϋπόθεση γι τν (κατ’ οκονομίαν κα χι κατ’ κρίβειαν) ποδοχ το βαπτίσματος νς αρετικο, ποτελε το ν εναι τρόπος το βαπτίσματος τς ν λόγ αρέσεως, ταυτόσημος μ τν ρθόδοξο, δηλαδ τριπλ κατάδυση στ νερό, ες τ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος46. Ατν τν τύπο το Βαπτίσματος χουν παντελς γκαταλείψει ο μεγαλύτεροί των συγχρόνων αρετικν «χριστιανν», Παπικο κα Προτεστάντες, φαρμόζοντας ο μν ράντισμα (aspersion), κα χι βάπτισμα, ο δ ρκούμενοι στν μολογία τς «πίστεως στν ησο», νευ ληθος καταδύσεως στ νερό.

π τούτου προσμαρτυρε κα στορικός, Καθηγητς Βλάσιος Φειδς, τι ταν    ποκλίνουσα  κκλησιολογία  μόνον το  ερο Αγουστίνου ποία  καί σε ατ τ σημεο λλοίωσε τν μέχρι τότε παραδοσιακ κκλησιολογία κα ναγνώρισε κύρος στ μυστήρια ξω-κκλησιαστικν κοινοτήτων, θέτοντας τς βάσεις γι τ μεταγενέστερη δυτικ «λαστικ» κκλησιολογία τν Παπικν κα Προτεσταντν. κύρια ρχαία κκλησιαστικ «γραμμ» ν προκειμένω εναι ατ ποία κφράζεται π τν Ἃγιο Κυπριαν Καρχηδόνος: «κτς κκλησίας οδεμία σωτηρία» (Extra Ecclesiam nulla salus), πως κα π τ νάλογο χωρίο λλου ργου του,  τι «δν μπορε ν χει κάποιος πατέρα τν Θεό, ν δν χη μητέρα  τν κκλησία» 47.

Πι συγκεκριμένα Καθηγητς Φειδς: «Γι ν θεμελιώση μως τν καθολικότητα κα τ καταγώνιστό της θείας χάριτος πρεπε ν ντιμετωπίση [ . Αγούστινος]: α) τν προγενέστερη σχετικ κκλησιαστικ παράδοση, σύμφωνα μ τν ποία θεία χάρη παρέχεται μόνο μ τ μυστήρια κα μόνο μέσα στος κόλπους τς μις, γίας, καθολικς κα ποστολικς κκλησίας [...] ποσύνδεση ατ τς παροχς τς θείας χάριτος τόσο π τν τελοντα, σο κα π τ κανονικ ρια τς κκλησίας φερε τν . Αγουστίνο σ ντίθεση πρς τν κκλησιολογία το . Κυπριανο, ποος, κφράζοντας τ γενικότερη κκλησιαστικ συνείδηση, εχε ποστηρίξει ad hoc τι ο βαπτιζόμενοι π αρετικούςηκαι σχισματικος δν λαμβάνουν τ θεία χάρη, γιατί extra Ecclesiam nulla salus [] ... κα ο αρετικο [κατ τ διδασκαλία το . Αγουστίνου] θ μποροσαν ν θεωρηθον κατ κάποιο τρόπο μέλη τς κκλησίας, γιατί “πολλο πο φαίνονται τι εναι ξω, στν πραγματικότητα εναι μέσα” στν κκλησία (De baptismo, 5, 28) [] Ο κκλησιολογικς μως συνέπειες [τς διδασκαλίας το Αγουστίνου] τονίσθηκαν διαίτερα π τ μεταγενέστερη σχολαστικ θεολογία κα π τν προτεσταντικ μεταρρύθμιση, πηρέασαν δ μ καθοριστικ τρόπο τν λη κκλησιολογία το δυτικο Χριστιανισμο. Τοτο φαίνεται χι μόνο π τν προτεσταντικ διδασκαλία περ οράτου κκλησίας”, λλ κα π τ ρωμαιοκαθολικ κκλησιολογία το πρόσφατου διατάγματος De oecumenismo (Unitatis redintegratio) τς