Τρίτη 22 Ιουνίου 2021

052 22/6/2021 Μέρος 4ο (τελευταῖο) : “Τι λέγουν ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Ἃγιοι Πατέρες γιά τήν ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τούς αἱρετικούς”

 

Μέρος 4ο (τελευταῖο) :Τι λέγουν ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Ἃγιοι Πατέρες γιά τήν ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τούς αἱρετικούς” (μετά σχολίων).

 

Βλέπε το Μέρος Α’ με τίτλο: «Ἀποφθέγματα τοῦ Κυρίου μας άπό την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και τῆς Παναγίας Μητέρας Του, για την ἂμεση ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τους παναιρετικούς ψευδεπισκόπους και άπό ὃσους ἐπικοινωνοῦν με αὐτούς», στην ἰστοσελίδα: ttps://maxomaiyperpistews.blogspot.com/2021/03/kai-2016.html

Το Μέρος Β’ με τίτλο: «Ἀποφθέγματα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Συνόδων και τῶν Ἁγίων Μεγάλων Θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας, για την άπομάκρυνσή μας ἀπό τους αἱρετικούς (μετά σχολίων)» στην ἰστοσελίδα: https://maxomaiyperpistews.blogspot.com/2021/04/2.html

Το Μέρος Γ’ με τίτλο: «Ἀποφθέγματα τῶν Ἁγίων Μεγάλων Ἱεραρχῶν, τῶν Ἁγ. Ὁμολογητῶν  και τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, για την άπομάκρυνσή μας ἀπό τους αἱρετικούς (μετά σχολίων)» στην ἰστοσελίδα: https://maxomaiyperpistews.blogspot.com/2021/04/3.html

Μέρος Δ :

«Ἀποφθέγματα τῶν λοιπῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καθώς και Ἁγιασμένων Γερόντων και γνωστῶν λογίων, για την άπομάκρυνσή μας ἀπό τους αἱρετικούς (μετά σχολίων)»

     [σ.σ. Παραθέτουμε στο τελευταῖο αὐτό μέρος, κείμενα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, που ἒζησαν και ἒδρασαν κυρίως μετά το σχῖσμα (1054 μ.Χ.) ἀπό τους αἱρετικούς λατίνους τοῦ “πάπα”, καθώς και κείμενα ἁγιασμένων Γερόντων και λογίων, μέχρι τῆς ἐποχῆς μας, εὐχόμενοι καλή μελέτη και ἀπομάκρυνση ἀπό τους παναιρετικούς οἰκουμενιστές και ἀπό ὃσους τους μνημονεύουν και ἒχουν ἐπικοινωνία με αὐτούς. 

      Τα κείμενα με ἐπικεφαλίδα σε γαλάζιο φόντο, ἒχουν προστεθεῖ  μετά τήν Α’ ἀνάρτηση ὃπως εἶχαμε προαναγγείλει, καί περί αὐτοῦ βλέπε στόν πρόλογο τοῦ α’ μέρους. Οἱ προσθέσεις τῶν κειμένων ὃπως καί  μερικές διορθώσεις και διασκευές τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου ἒγιναν τήν 6η  Δεκεμβρίου 2022, ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Ἱεράρχου Ἁγίου Νικολάου Μύρων τοῦ θαυματουργοῦ, μυροβλήτου καί ὀμολογητοῦ]. 

    Βοήθειά μας ὁ Ἃγιος καί ὃλοι οἱ Ἃγιοι πού ἀναφέρονται στά παρατιθέμενα κείμενα τῆς παρούσας ἐργασίας διαρκείας σύν Θεῶ, τριῶν καί πλέον ἐτῶν.  ΚΑΛΗ ΜΕΛΕΤΗ.

 

Ἃγιος Θεοφύλακτος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος και πάσης Βουλγαρίας (μέσα 11ου αἰώνα -1107):  «Διότι τότε ὑπάρχει ἀληθινή ἑνότητα τῆς πίστεως, τότε γνωρίζουμε (πνευματικά) τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὅταν καὶ στά δόγματα ὀρθοδοξοῦμε καὶ τὸν σύνδεσμο τῆς ἀγάπης συντηροῦμε. Διότι ἀγάπη εἶναι ὁ Χριστός».(Ἁγ.Θεοφυλάκτου Ἀχρίδος, PG 124, σελ. 1088Α: Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Ἐξήγησις).

Ὁ Ὃσιος Νεόφυτος ὁ Ἒγκλειστος (ΙΒ’αἰῶν):  «ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς παπικοὺς ἐντάσσει τὸν κοινωνοῦντα στὰ ἀναθέματα τῶν Συνόδων καὶ στὸν πυθμένα τοῦ ἅδη». (Ὃσιος Νεόφυτος ὁ Ἒγκλειστος)

Ὁ Ὃσιος Μελέτιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Γαλησιώτης (1206-1283 μ.Χ.): «Μη ὑπακούετε σε μοναχούς, οὒτε σε ἱερεῖς, σε ὃσα κακῶς σᾶς συμβουλεύουν να φρονῆτε (να πιστεύετε). Και τι λέγω σε μοναχούς και σε ἱερεῖς; Οὒτε σε ἐπισκόπους να ὑπακούετε, σε ὃσα με δόλιο τρόπο σᾶς παρακινοῦν να κάνετε, να λέγετε και να πιστεύευτε κακῶς (διαφορετικά ἀπό την Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας). Οἱ ὁποῖοι, ἂν και ἒχουν ἀποκτήσει μόρφωση εὐσεβείας, ὃλη την δύναμή της την ἒχουν ἀρνηθεῖ…..στους ὁποίους δεν πρέπει να πείθεσθε, ἀκόμα και (πνευματικοί) ποιμένες σας ἂν εἶναι, ἀλλά και οὒτε ποιμένες να τους ἀποκαλεῖτε, αὐτούς που λυμαίνονται και καταστρέφουν την ποίμνη τοῦ Χριστοῦ, και δεν διαφυλάττουν τοὺς ὅρους τῆς ἀρχιερωσύνης (δηλαδή τις ὑποσχέσεις που ἒδωσαν ὃταν χειροτονήθηκαν και εἰδικά σε θέματα πίστεως)». (Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Σπύρου, Ἡ Ἀποτείχισίς μου, Σπέτσες 2008 ἐσώφυλλο).

Καί:  «Αἱρετικοί εἶναι οἱ λατίνοι καὶ ὃσοι συγκοινωνοῦν με αὐτούς θα χαθοῦν στην κόλαση …».  (Ὁ Ἅγιος Μελέτιος ὁ Γαλησιώτης: V.Laurent-j.Darrouzes, Dossier Grecde l; union de Lion, σελ.554,558,559).

Ἃγιος Ἰωσήφ, Πατριάρχης Κων/πόλεως (ΙΓ’αἰών): «Ἐκεῖνος πού διώκεται ἀπό αὐτούς πού φαίνεται ὅτι εἶναι ὁμόπιστοι, λόγῳ τῆς ὑγιοῦς πίστεως, θά ἔχη μεγαλύτερο στεφάνι ἀπό αὐτόν πού μαρτυρεῖ ἀπό εἰδωλολάτρη». (Ἅγιος Ἰωσήφ, Πατριάρχης Κων/λεως)

Ὁ Ὃσιος Ἡσαϊας ὁ Ὁμολογητής (13ος αἰών): Αὐτός Μακάριος ἔπαθε πολλὰ κακὰ ἀπτὸν βασιλέα Μιχαὴλ τὸν Παλαιολόγο τὸν λατινόφρονα, γιατί δὲν ἤθελε νὰ συγκοινωνήσει μὲ τὸν τότε ΠατριάρχηἸωάννη τὸν Βέκκο,  διὰ τὴν καινοτομία τοῦ ὈρθοδόξουΔόγματος,   ἀλλὰ ἀπό θείο ζήλο κινούμενος ἀγωνίστηκε πολύ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μὲ τὴν ἀκούραστη διδασκαλία του, καὶ παρόμοια φροντίδα καὶ προθυμία του, ἓνωσε ὅλους μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πολύ τελειώτερα». (Νέον Ἐκλόγιον, σελ. 337-

Ὁ Ὃσιος Νικηφόρος (13ος αἰών): «Ὅταν παντοῦ ἄναψε γιὰ τὰ καλὰ φλόγα τῆς ἀσεβείας, τότε ἔφθασε καπνὸς μέχρι καὶ τὸ Ἅγιον Ὅρος, ἐπειδὴ βασιλεὺς ἄκουσε ὅτι οἱ Πατέρες ἔπαυσαν τελείως τὸ μνημόσυνό του (σ.σ. καὶ τοῦ πατριάρχη.Βέκκου)…. στὸ τέλος ὅμως, ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, ἄναψε ὅπως μποροῦσε, ἐναντίον μας γιὰ τὰ καλά, το πῦρ τῶν βασάνων ἀπαιτώντας νὰ κοινωνήσουμε μαζί του καὶ δι΄αὐτοῦ μὲ τὴν λατινικὴ Ἐκκλησία νὰ μᾶς ἀφαιρέσει τὴν ζωὴ μὲ βίαιο τρόπο». (V. Laurent- J. Darrouzes, Dossier Grec de l’ union de Lyon, σελ. 487-4

Ὁ Ὁμολογητής  Γερμανός Β’ Πατριάρχης Κων/πόλεως (Πατρ.1222-1240): ‘‘Ἐξορκίζω ὅλους τοὺς λαϊκούς, ὃσοι  εἶστε γνήσια τέκνα τῆς Καθολικῆς  (Ὀρθοδόξου)  Ἐκκλησίας,  νὰ φεύγετε ὁλοταχῶς μακρυά ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς ποὺ ὑπέπεσαν στὴν ὑποταγὴ στοὺς Λατίνους, και μήτε σὲ ἐκκλησία νὰ συγκεντρώνεστε μαζί τους, μήτε νὰ παίρνετε ὁποιαδήποτε εὐλογία ἀπὸ τὰ χέρια τους. Γιατί εἶναι καλύτερα να προσεύχεσθε στον Θεό μόνοι σας στα σπίτια σας, παρά να ἐκκλησιάζεσθε μαζί με τους λατινόφρονες». (Γερμανοῦ Κων/λεως, ἐπιστολή σταλεῖσα ἐν τῆ νήσῳ Κύπρῳ, παρά Κ.Ν. Σάθα, σελ. 17-19) και (Ἰωσὴφ Βρυεννίου, Τὰ Εὑρεθέντα, τόμ. Β΄, σελ. 26).

Καί: “Ἐὰν κάποιος ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς ποὺ προαναφέραμε κοσμεῖται μὲ σεμνὸ βίο καὶ ἀποδέχεται τὴν εὐσέβεια, ἀλλὰ ἠμάρτησε μόνο σ΄αὐτὸ τὸ πράγμα - δηλαδὴ ἐνέδωσε λόγῳ βίας ἢ συναρπαγῆς στὴ λατινικὴ τυραννία, ποὺ εἰσχώρησε στὶς ἐκκλησίες σας καὶ ὁμολόγησε ὅτι ἔχει τὸν πάπα ὡς ἀρχιερέα - σ΄αὐτὸν ἃς μὴ παραχωρηθεῖ νὰ ἐκκλησιάζεται μαζί σας. Οὔτε ἐπίσης νὰ ἐκτελεῖ τὰ τῆς ἱερωσύνης, ἐὰν προηγουμένως δὲν μετανοήσει καὶ πεῖ ἐνώπιον τοῦ ἀρχιεπισκόπου τῶν Λατίνων καὶ τῶν ἐπισκόπων του, ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα’’.(ἐπιστολὴ πρός Κυπρίους ὃ.ἂ.) [σ.σ. Μοιάζει πολύ η κατάσταση της Κύπρου τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ, με την τωρινή κατάσταση τῆς «κρατούσας ἐκκλησίας», Τότε στην Κύπρο, ὃλοι οἱ “ὀρθόδοξοι” ἱερεῖς εἶχαν ὑποταχθεῖ στους αἱρετικούς Λατίνους (“παπικούς”) ἐπισκόπους και μνημόνευαν τον «πάπα». Και τώρα σχεδόν ὃλοι οἱ κληρικοί και οἱ μοναχοί (ἐκτός ἐλαχίστων ἀποτειχισμένων δυστυχῶς και αὐτῶν  κακοδόξων τῶν περισσοτέρων), ἒχουν ὑποταχθεῖ και μνημονεύουν τους παναιρετικούς οἰκουμενιστές ἐπισκόπους (που μνημονεύουν τον ”πάπα”, ὃπως τον Βαρθολομαῖο παναιρεσιάρχη ψευδοπατριάρχη Κων/πόλεως ].

Καί: «Ὅσοι κληρικοὶ ἀποδέχονται τὴν Ἐκκλησία μας καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ κρατήσουν τὴν πατροπαράδοτη πίστη, νὰ μὴν ὑποκύψουν στοὺς ἀρχιερεῖς τους ποὺ ὑποτάχθηκαν στοὺς Λατίνους. Οὔτε νὰ ὑπακούσουν ἔστω καὶ γιὰ λίγο σὲ αὐτούς, ἐπειδὴ οἱ ἐπίσκοποι θὰ τοὺς ἀφορίσουν μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς κάνουν νὰ πεισθοῦν στὴ λατινικὴ ἐκκλησία. Ἐπειδὴ ἕνας τέτοιος ἀφορισμὸς εἶναι ἄκυρος καὶ ἐπιστρέφει μᾶλλον σὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν πράττουν. Καὶ τοῦτο διότι ἔχουν γίνει πρόξενοι σκανδάλων στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ καταπάτησαν τὴν ἀκρίβεια τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ δέχθηκαν τοὺς ἐπιβήτορας καὶ ἀλλοτριοεπισκόπους καὶ τοὺς ἔδωσαν τὰ χέρια, τὸ ὁποῖο εἶναι σημεῖο εὐπειθείας καὶ ὑποδουλώσεως….»  (ἐπιστολὴ πρός Κυπρίους ὃ.ἂ.)

Καί: «Ἐσεῖς δὲ περιούσιε λαὲ τοῦ Χριστοῦ, στερεωθεῖτε στὴν πίστη, ἀνδρίζεσθε, γίνεσθε ἰσχυροί, σωφρονίζοντας τοὺς ἀτάκτους καὶ ἐλέγχοντας ὅσους παραποιοῦν τὴν εὐσέβεια. Νὰ μὴν προδίδετε κανένα ἀπὸ τὰ ὀρθὰ δόγματα τὰ ὁποῖα ἔχετε λάβει ἀπὸ παλαιά. Νὰ θεωρεῖτε χαρὰ καὶ κέρδος κάθε βιοτικὴ θλίψη καὶ κάθε ζημία, προκειμένου νὰ διαφυλαχθεῖ μέσα σας ἀπαραβίαστος ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως».  (ἐπιστολὴ πρός Κυπρίους ὃ.ἂ.)

Καί:  «…..Ἦταν δυνατὸ καὶ ἐξαιρετικὰ εὔκολο νὰ συναινέσω μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς τῆς Κύπρου καὶ νὰ τοὺς δεχθῶ σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία (σ.σ. αὐτὸ ἄλλωστε ἤθελε τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως) μέσα σὲ τρεῖς μόνο ὧρες, ἀφοῦ ἄλλωστε ὅλη ἡ ὑπόθεσις εἶχε ἀνατεθεῖ σὲ μένα. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ μάλιστα μὲ παρακινοῦσαν καὶ μὲ πίεζαν μὲ μύρια δῶρα, ἀπειλές, φόβητρα, ὑποψίες, ὑποσχέσεις, δόξα, κολακεία…. Παρὰ ταῦτα ἐγὼ ἀπετίναξα ὅλα ἐκεῖνα μὲ μεγάλη ἀνδρεία – μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ φυσικὰ- καὶ ἐπέδειξα σὲ ὅλα γενναία ἀντίσταση χωρὶς νὰ ἐνδώσω οὔτε στὸ ἐλάχιστο. Ἀντιθέτως, μὲ ὅλη μου τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιὰ διάλεξα τὴν φτώχεια καὶ τὴν ἀκάθαρτη δυσφημία, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διατηρήσω καθαρὴ καὶ ἀμώμητη τὴν ἁγνὴ ἐν Χριστῷ πίστη». (Τὰ εὑρεθέντα, Μελέτη περὶ τῆς τῶν Κυπρίων…, τόμος β΄. σελ. 29)

Καί: Τι εἲδους κοινωνία μπορεῖ να ὑπάρξει μεταξύ ἀληθείας και πλάνης; Ἀλλά και τι κοινό μεταξύ τῶν Κυπρίων και ἡμῶν; Ἐκεῖνοι, ἂν και ἦταν πάντοτε αὐτόνομη Ἐκκλησία, πρόδωσαν την αὐτονομία τους αὐτή σε μία ἐκκλησία, που εἶναι αντίθετη ἀπό ἐμᾶς στα καίρια σημεῖα τῶν δογμάτων. Ἀπό τότε λοιπόν ὑπόκεινται ὁλωσδιόλου σ’αὐτήν και ὡς τώρα την ὑπηρετοῦν ἑκουσίως ἢἀκουσίως. Ἐμεῖς ὃμως, τι ὂφελος ἢὑπηρεσία ἐλπίζουμε να ἒχουμε ἀπό αὐτούς, ὣστε να δεχθοῦμε να κοινωνήσουν μαζί μας; Ἂς μᾶς ἀφήσουν ἣσυχους, ἢ μᾶλλον ἂς χαθοῦν ἀπ’ἐδῶ. Διότι θέλουν μεν να ἑνωθοῦν με την Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά ὃμως να μείνουν ἀμετάτρεπτες και ὃλες τους οἱ συνηθισμένες τους ὑποχρεώσεις, τις ὁποῖες ὁφείλουν να ἐπιτελοῦν προς τους Λατίνους...…Ὃλα αὐτά ὃμως δεν θα σημάνουν την προσάρτησι τῆς ἐκκλησίας τῶν Κυπρίων προς την οἰκουμενική, ἀλλά την ὑποταγή τοῦ οἰκουμενικού πατριάρχου  και των ὑπ’ αὐτόν, στον “πάπα”τῆς Ρώμης χωρίς να το πάρουμε εἲδηση. Ἂλλωστε, και κάθε αἳρεση παρακαλεῖ να ἑνωθεῖ με μᾶς τους Ὀρθοδόξους, ἐφόσον θα διατηρήσει ἀμετάτρεπτες τις συνήθειές της. Ἀλλά και αὐτός ὁ “πάπας” δεν ζητεῖ τίποτε ἂλλο από μᾶς, παρά να τον ἀποκαλοῦμε ἃγιο και να συλλειτουργοῦμε με τους ὑπηκόους του».  (Οἱ ἀγῶνες τῶν Μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας,σελ. 284)

Καί: πό τότε πού οἱ Κύπριοι ὑπέκυψαν στους Λατίνους, πέρασαν διακόσια σαράντα ἒτη. Ἐπίσης ἒζησαν τριάντα δύο πατριάρχες  αὐτῆς ἐδῶτῆς βασιλίδος τῶν πόλεων και δεκαεπτά βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι δεν σκέφτηκαν οὒτε στο ὃνειρό τους να δεχθοῦν τους Κυπρίους σε ἐκκλησιαστική κοινωνία.  Αὐτούς λοιπόν πού τόσο πολλοί και ἐξαίρετοι ἂνδρες περιφρόνησαν ὡς ἀναξίους για ἐκκλησιαστική κοινωνία με τους Ὀρθοδόξους, ἐμείς θα τους δεχθοῦμε, σάν να ἦμαστε δῆθεν ἁγιώτεροι και σοφώτεροι ἀπό ὃλους αὐτούς; Μακριά ἀπό μᾶς μία τέτοια ἂγνοια, για να μην πῶ πώρωσις! Διότι το να δεχθοῦμε αὐτούς πούἐκεῖνοι ἀπέφυγαν, προσάπτει μεν σε ὃλους ἐκείνους τη κατηγορία τῆς μεγίστης ἀπραξίας, σε μᾶς δε, καταδεικνύει τελεία παραφροσύνη. Ἐγώ φυσικά θα προτιμοῦσα να θανατωθῶ μύριες φορές, παρά να δῶ την Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ἡὁποία ἑνώνεται βέβαια μόνο με την Οὐράνια Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων),ἑνωμένη με την Κυπριακή». (Οἱ ἀγῶνες τῶν Μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, σελ. 285)

Ἰώβ ὁ Ἰασίτης ὁ Ὁμολογητής : «Νὰ μὴν τοὺς συναναστρεφόμαστε λοιπὸν (τους αἱρετικούς Λατίνους) προσαρμοζόμενοι στὶς συνήθειές τους. Οὔτε ἐπίσης νὰ συνυπάρξουμε σὲ ἕνα περίβολο, γιὰ νὰ μὴ παραδοθοῦμε καὶ ἐμεῖς μαζί τους ὡς περιφρονημένοι στὸν διάβολο γιὰ νὰ μᾶς καταπατήσει. Τί λοιπόν; Θὰ τοὺς σιχαθοῦμε ἢ θὰ τοὺς καταραστοῦμε; Φυσικὰ ὄχι. Θὰ προσπαθήσουμε ὅμως μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις νὰ μὴ μολυνθοῦμε μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μαζί τους καὶ νὰ μὴ μετέχουμε στὴν ψώρα, ἢ τὴν ὀλέθρια ἀσθένειά τους. Θὰ προφυλάξουμε ἐπίσης τοὺς ἑαυτούς μας μὲ κάθε τρόπο καὶ θὰ ἀπέχουμε τελείως ἀπὸ τὴν φατρία τους». (Ἀνδρ. Δημητρακοπούλου, Ἱστορία τοῦ σχίσματος…, σελ. 61)

Ἡ διάσταση τῶν Ἑλλήνων Μοναχῶν ἀπό τους ὑποταχθέντες στον «πάπα» Ἰβηρίτες (13ος αἰώνας): «Οἱ Λατίνοι ἒπεισαν τους Ἲβηρες το γένος Μοναχούς τῆς Μονῆς Ἰβήρων, να ὑποταχθοῦν στην ἔδρα τῆς Ρώμης, δίνοντες ἁπλή ὑπόσχεση διά χειραψίας στον Λατῖνο ἐπίσκοπο τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐξαιτίας αὐτοῦ, ἐπῆλθε διάσταση μεταξύ τῶν συμμοναζόντων στην Μονή Ἰβήρων Μοναχῶν και τῶν  Ἑλλήνων, διότι οἱ τελευταῖοι δεν ἀποδέχονταν την ὑποταγή τους στην ρωμαϊκή “ἐκκλησία” τοῦ «πάπα». Τότε, οἱ Ἕλληνες Μοναχοί, για να μη πράξουν κάτι το ἀντικανονικό, ἒστειλαν προς τον παραπάνω Χωματιανό (μεγάλο χαρτοφύλακα τοῦ Πατριαρχείου και ἀπό το 1220 ἀρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας), κάποιον Μοναχό ὀνόματι Οἰκοδομόπουλον και τον συμβουλεύτηκαν ἄν στο ἐξῆς, μποροῦν να συγκοινωνοῦν με τους ἀποσχισθέντες ἀπό την Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Ἴβηρες. Τότε ὁ Χωματιανός προέτρεψε τους Ἕλληνες να παύσουνκάθε ἐπικοινωνία με ἐκείνους και συγχρόνως, τους διαφώτισε περί τῶν δογμάτων και τῆς διαφορᾶς τῶν δύο Ἐκκλησιῶν».   (Γερ. Σμυρνάκη, Το Άγιον Όρος, σελ. 71)

Ἡ Ἐπιστολή τῶν Ἁγιορειτῶν και ἡ Ὀρθόδοξη ἀντίδραση στην ψευδοσύνοδο τῆς Λυών (1274): [σ.σ. Συμπεριλάβαμε ἐκτεταμένα ἀποσπάσματα τοῦ κειμένου, καθ’ ὃτι περιλαμβάνουν την ὀρθόδοξη διδασκαλία για πολλά θέματα που μᾶς ἀπασχολοῦν σήμερα, λόγῳ τῶν πολλῶν παρεκκλίσεων ἀπό την ὀρθόδοξη διδασκαλία, που ὑπάρχουν ὃχι μόνο στους οἰκουμενιστές, ἀλλά και στους  περισσότερους “ἀποτειχισμένους”].

Ἀποσπάσματα ἀπό το πολύ καλό κείμενο: Ὀρθόδοξη ἀντίδραση στην ψευδοσύνοδο τῆς Λυών και ἡ σύγχρονη ἀδράνεια” τοῦ “πρωτοπρεσβυτέρου” προσφάτως “ἀποτειχισμένου” Ἂγγελου Ἀγγελακόπουλου. [Αὐτό δεν σημαίνει ὃτι ἀποδεχόμαστε και ὃλα τα ἂλλα κακόδοξα φρονήματα τοῦ π.Ἀγγέλου, ὃπως π.χ. περί τελέσεως ἐγκύρων μυστηρίων ὑπό τῶν παναιρετικῶν οἰκουμενιστῶν και ὃσων διατηροῦν κοινωνία μαζί τους, ἢ τῆς ἀρνήσεὠς του να ὑπογράψει λίβελο ἑναντίον τους και να στυλιτεύσει την μέχρι πρόσφατα πρίν την ἀποτείχισή του, κοινωνία και συμπόρευση μαζί τους, ὃπως κατ’ἰδίαν μοῦ δήλωσε. Δυστυχῶς ὁ κατά τα ἂλλα ἀγωνιστής π.Ἂγγελος, πολύ σωστά ἀναφέρει τα τῶν Ἃγίων Ὀμολογητῶν Ἁγιορειτῶν οἱ ὁποῖοι κατόπιν μαρτύρησαν για την Ὀρθόδοξη πίστη τους, ἀλλά αὐτά που λέγουν οἱ Ἃγιοι και ὁ ἲδιος τα ἀναφέρει, με την στάση του ἒναντι τῶν οἰκουμενιστῶν και τῆς ψευδοσυνόδου τους στην Κρήτη το 2016, οὓτε τα ἀποδέχθηκε ποτέ, οὒτε τα τήρησε. Ἀντίθετα ἀγνόησε τις αἱρετικές ἀποφάσεις τους και παρέμεινε για 3,5 περίπου χρόνια μέσα στην παναιρετική τους “ἐκκλησία” και ἀποτειχίστηκε τελικά ὂχι ἐξ αἰτίας τῆς παναιρετικῆς τους ψευδοσυνόδου, ἀλλά ἐξ αἰτίας τοῦ Οὐκρανικοῦ σχίσματος, ἀπ’ ὃτι ἀναφέρει σε σχετικό του κείμενο με τίτλο “Ἡ ἀποτείχισίς μου λόγω τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος”: https://sotiriosnavs.com/%CE%B7-%CE%B1%CF%80% CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%B9%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%B9%CF%83-% CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%89-%CF%84%CE% BF%CF%85-%CE%BF%CF%85%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE% BA%CE%BF%CF%85/, “καταπίνων την κάμηλο και διϋλίζων τον κώνωπα” κατά το Κυριακό ρητό. (Ματθ.ΚΓ’24)  Νά τοῦ εὐχηθοῦμε καλή μετάνοια].

1.Τό ἱστορικό πλαίσιο: «Τό 1261 μετά ἀπό ἑξῆντα σχεδόν χρόνια δουλείας, ἔγινε ἡ ἀνάκτηση καί ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς σταυροφόρους. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ ὁ Παλαιολόγος, γιά νά ἀποφύγει νέα ἐκστρατεία τῶν σταυροφόρων ἐναντίον τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, θέλησε νά ἀποσπάσει τήν εὔνοια καί φιλία τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα Γρηγορίου Ι΄. Τό ἐνέχυρο, πού θά δινόταν, καί τό πρός θυσίαν σφάγιο, τό ὁποῖο θά κατατίθονταν στόν παπικό βωμό, ἦταν φυσικά ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νά ὑποταχθεῖ στόν παπισμό, ἀναγνωρίζοντας τήν αἵρεση τοῦ «Filioque», τήν παπική ἐξουσία καί αὐθεντία ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, τά ἄζυμα στή Θεία Λειτουργία καί ὅ,τι ἄλλο ἀξίωναν οἱ Πάπες. Ὁ αὐτοκράτορας, γιά νά πετύχει τόν σκοπό του, ἔπρεπε νά ἔχει σύμμαχο καί ὁμόφρονα καί τόν Πατριάρχη. Πατριάρχης τότε ἦταν ὁ Ἰωσήφ, ἄνδρας κατά πάντα ὀρθόδοξος, ἀντιτιθέμενος στήν κακή καί ψευδή ἕνωση Ὀρθοδοξίας και παπισμοῦ, καί ὑπέρμαχος τῆς καλῆς και ἀληθοῦς ἑνώσεως.

Τό 1274 ἔγινε στή Λυών τῆς Γαλλίας παπική ψευδοσύνοδος (ἡ 14η Οἰκουμενική Σύνοδος τοῦ παπισμοῦ), στήν ὁποία ἔστειλε ἀντιπροσωπεία ὁ αὐτοκράτορας, χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ Πατριάρχου. Οἱ  Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι δέχθηκαν τήν ψευδοένωση μέ τόν “πάπα”. Ἐν συνεχείᾳ, ὁ αὐτοκράτορας, προκειμένου νά ἑδραιωθεῖ ἡ ψευδοένωση, ἄρχισε νά ἐξορίζει καί νά βασανίζει ποικιλοτρόπως τούς Ὀρθοδόξους. Ὑπέστησαν τά πάνδεινα οἱ φανεροί καί ἀφανεῖς ὁμολογητές τῆς πίστεως, διότι δέν δέχονταν νά ἀναγνωρίσουν τά τρία κεφάλαια, δηλαδή τό πρωτεῖο, τό ἔκκλητο καί τήν μνημόνευση τοῦ Πάπα κατά τήν τάξιν τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν.

Μετά τήν ἐξορία τοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ κατά τό 1275 μέ τήν προτροπή τοῦ αὐτοκράτορα, ἀναβιβάσθηκε Πατριάρχης ὁ λατινόφρων καί ὁμόφρονάς του Ἰωάννης ΙΑ΄ ὁ Βέκκος. Κατ’ αὐτήν τήν περίοδο καί προκειμένου νά ἔχει βοήθεια ἀπό τούς Λατίνους, ὁ αὐτοκράτορας πίεζε ὅλους νά ἀποδεχθοῦν τήν ψευδοένωση, ἐξαιρέτως δέ τούς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκουμένους μοναχούς.

Ἡ ἐπιστολή, πού ἀπέστειλαν οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες στόν αὐτοκράτορα, εἶναι ὄντως, ὄχι μόνο ἕνα ὁμολογιακό κείμενο, ἀλλά καί ἕνας ἀπλανής ὁδηγός πρός σωτηρίαν ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί κινδυνευούσης πίστεως, στήν ὁποία ἀναφέρονται σέ ὅλα τά παραπάνω θέματα, πού μᾶς ἀπασχολοῦν.

2. Ἡ κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους. Ὑπόδικοι ἔναντι τῶν Θείων Κανόνων ὅσοι ἔχουν κοινωνία μέ ἀκοινωνήτους. (Ἐπιστολή ὁμολογητική, ἀποσταλεῖσα ἀπό ὃλους τους Ἁγιορείτες,  πρός τόν βασιλέα Μιχαήλ  Παλαιολόγον, ὁ ὁποῖος ἒκανε τα πάντα με ὃλη του την δύναμη, για να ἑνώσει τούς Ἰταλούς παραλόγως με μᾶς τους Ὀρθοδόξους, ἐνῶ ἐκείνοι ἒμεναν παντελῶς ἀδιόρθωτοι στις αἱρέσεις τους καί ἀμετάβλητοι,(Lettre des Hagiorites a l’ Empereur (1275), στίχ. 14-24, ἐνArchives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 395)Λέγουν:«Πῶς εἶναι, λοιπόν, νόμιμο καί θεάρεστο νά ἑνωθοῦμε μέ ἐκείνους, ἀπό τούς ὁποίους ἀποκοπήκαμε δίκαια καί κανονικά, ἐφ’ὅσον παραμένουν ἀμετάβλητοι στίς αἱρέσεις τους; Ἐάν τό δεχθοῦμε αὐτό, ἀνατρέπουμε μονομιᾶς τά πάντα καί καταργοῦμε τήν Ὀρθοδοξία καί μάλιστα σ’ἐκεῖνα τά σημεῖα, πού τήν ἀνατρέπουν καί αὐτοί, πού γίνονται ἀποδεκτοί τώρα ἀναξίως. Διότι, οἱ Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες λέγουν: «Ὅποιος συμπροσευχηθεῖ μέ ἀκοινώνητο, ἀκόμη καί μέσα σέ σπίτι, νά ἀφορίζεται»(10ος Ἀποστολικός Κανών)(Ἱερόν Πηδάλιον, ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 13).Καί σέ ἄλλο μέρος: «Ὅποιος κοινωνεῖ μέ ἀκοινωνήτους, νά εἶναι ἀκοινώνητος, ἐπειδή συγχέει καί παραβαίνει τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας»(2ος τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ)(Ὅ.π.σσ.407-408).Καί πάλι : «Ὅποιος δέχεται τόν αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον».  Ἄν, λοιπόν, δεχθοῦμε τήν ψευδοένωση, θά γίνουμε καί ἐμεῖς ὑπόδικοι ἀπέναντι στούς Θείους Κανόνες, πού ἀποφαίνονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι γιά ὅλα ὅσα καί αὐτοί κατηγοροῦνται καί εἶναι ὑπεύθυνοι».

3. Ἡ κοινωνία διά τῆς μνημονεύσεως. Μέγα ψεῦδος ἡ μνημόνευση αἱρετικῶν ὡς ὀρθοδόξων. Ἀπομάκρυνση ἀπό τούς μνημονεύσαντες. Λέγουν: «Ἄν, λοιπόν, ἐμποδιζόμαστε νά χαιρετᾶμε τόν αἱρετικό ἁπλά στόν δρόμο καί ἄν δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά τόν βάλουμε σ’ἕνα συνηθισμένο σπίτι, πῶς δέν εἶναι ἀνεπίτρεπτο νά τόν εἰσάγουμε, ὄχι σέ σπίτι, ἀλλά στόν ναό τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα σ’αὐτά τά ἴδια τά ἄδυτα, πάνω στήν μυστική καί φρικτή (Ἁγία) Τράπεζα τοῦ ἀμώμου Υἱοῦ, ἔτσι ὥστε ὁ ἀναμάρτητος (Υἱός) νά μᾶς ἐξιλεώσει στόν Πατέρα καί τόν Ἑαυτό Του καί νά καθαρίσει τίς ἁμαρτίες μας μέ τό ἴδιο τό Αἷμα Του; Ποιός ᾃδης θά ἀναφωνήσει τήν μνημόνευση τοῦ “πάπα”, ὁ ὁποῖος ἀποκόπηκε δίκαια ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐξ αἰτίας τῆς αὐθάδειάς του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί τῶν θείων Μυστηρίων, καί θά γίνει μ’αὐτόν τόν τρόπο ἐχθρός τοῦ Θεοῦ; Διότι, ἄν ἀκόμη καί ὁ ἁπλός χαιρετισμός μᾶς καθιστᾶ κοινωνούς τῶν πονηρῶν ἔργων αὐτοῦ πού χαιρετᾶμε, πόσο μᾶλλον ἡ μνημόνευσή του ἐκφώνως καί μάλιστα τήν στιγμή, πού ἀντικρύζουμε μέ φρίκη τά θεῖα Μυστήρια; Ἄν αὐτός ὁ Ἴδιος, πού βρίσκεται μπροστά μας, εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθεῖ ἕνα τόσο μεγάλο ψεῦδος, τό νά συγκατατάσσεται δηλ. ὁ «πάπας» μεταξύ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν; Μήπως θά παίξουμε θέατρο κατά τόν καιρό τῶν φρικτῶν Μυστηρίων καί θά ὑποκριθοῦμε ὅτι εἶναι ὑπαρκτό, αὐτό πού δέν εἶναι; Καί πῶς θά τά ἀνεχθεῖ αὐτά ἡ ψυχή τοῦ Ὀρθοδόξου καί δέν θά ἀπομακρυνθεῖ ἀμέσως ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία αὐτῶν, πού τόν μνημόνευσαν, καί δέν θά τούς θεωρήσει ἱεροκαπήλους;»(Ἐπιστολή, στίχ. 25-34, σ. 397 καί στίχ. 1-8, σ. 399).   

4. Ἡ σημασία τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως κατά τήν Θεία Λειτουργία. Ὁ διά τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν μολυσμός. Λέγουν:(Ἐπιστολή…, στίχ. 9-23, σ. 399).    «Ἄλλωστε, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχόταν ἀπό παλαιά τήν ἀναφορά τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως ἐνώπιον τῶν ἁγίων Μυστηρίων ὡς τελεία συγκοινωνία. Διότι, ἔχει γραφεῖ στήν ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας ὅτι ὁ λειτουργός ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως, γιά νά δείξει ὅτι ὑποτάσσεται στόν ἀνώτερό του, ὅτι εἶναι κοινωνός του καί ὅτι ἔχει δεχθεῖ δι’αὐτοῦ τήν πίστη καί τήν χάρι τῆς ἱερουργίας τῶν Μυστηρίων. Καί ὁ μεγάλος πατέρας μας καί ὁμολογητής Θεόδωρος Στουδίτης λέγει τά ἑξῆς πρός κάποιον μέσῳ τῆς τιμίας του ἐπιστολῆς: «Μοῦ εἶπες ὅτι φοβᾶσαι νά πεῖς στόν πρεσβύτερό σου νά μήν ἀναφέρει τόν αἱρεσιάρχη. Σχετικά μ’αὐτό δέν θά διστάσω νά σοῦ πῶ τό ἑξῆς˙ ὅτι μολυσμό ἔχει ἡ κοινωνία καί μόνο, πού τόν ἀναφέρει,παρ’ὅλο πού μπορεῖ αὐτός, πού τόν ἀναφέρει, νά εἶναι ὀρθόδοξος». Αὐτά λέγει ὁ πατέρας (Θεόδωρος Στουδίτης). Ἀλλά, καί πρίν ἀπ’αὐτόν καί ὁ Θεός τό φανέρωσε, λέγοντας τό ἑξῆς : «Οἱ Ἱερεῖς ἀθέτησαν τόν νόμο μου καί βεβήλωσαν τά ἅγιά μου».(Ἰεζ. 22, 26).Μέ ποιόν τρόπο τό ἔκαναν αὐτό; Μέ τό νά μήν κάνουν διάκριση μεταξύ βεβήλων καί ὁσίων ἀνθρώπων, ἀλλά νά ἔχουν τά πάντα κοινά μέ ὅλους˙ καί ποιό ἄλλο ἐναργές καί ἀληθινό παράδειγμα ἀπ’αὐτό χρειαζόμαστε»;

5. Δέν χωρᾶ οἰκονομία στήν μνημόνευση αἱρετικῶν. Βέβηλη οἰκονομία. Πῶς θεωροῦνται οἱ μνημονεύοντες αἱρετικούς. «Ἤ μήπως νά κάνουμε τήν ἕνωση σάν ἕνα εἶδος οἰκονομίας; Καί πῶς νά γίνει δεκτή μία οἰκονομία, ἡ ὁποία βεβηλώνει τά θεῖα Μυστήρια, κατά τόν θεῖο λόγο, πού προαναφέραμε, καί ἀπωθεῖ ἀπ’αὐτά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί στερεῖ ἀπό τούς πιστούς τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί τήν Χάρι τῆς υἱοθεσίας, πού πηγάζει ἀπ’αὐτά τά Μυστήρια; Καί τί πιό ἐπιβλαβές ἀπό μία τέτοια οἰκονομία;Αὐτή εἶναι φανερή κοινωνία μ’αὐτούς καί μ’ἕνα λόγο ἔκπτωση καί ἀνατροπή κάθε ὀρθοῦ. «Διότι, αὐτός, πού δέχεται αἱρετικό, ὑπόκειται στίς ἴδιες κατηγορίες μ’ἐκεῖνον» καί «αὐτός, πού κοινωνεῖ με ἀκοινωνήτους, εἶναι ἀκοινώνητος, ἐπειδή συγχέει καί παραβαίνει τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπειδή καί αὐτοί οἱ γενναῖοι, ἐξαιτίας τῆς ἀπείθειάς τους στούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς, «συγκοινωνοῦν καί μέ τούς Ἰουδαίους καί μέ τούς Ἀρμενίους καί μέ τούς Ἰακωβῖτες καί μέ τούς Νεστοριανούς καί μέ τούς Μονοθελήτες καί, γιά νά μιλήσουμε γενικά, μέ ὅλους τούς αἱρετικούς». Καί γι’αὐτό μόνο, ἄν ὄχι γιά κάτι ἄλλο, εἶναι ἀσυγχώρητοι ὁμολογουμένως καί ἀκοινώνητοι καί ὑπόδικοι γιά ὅλες τίς θεοστυγεῖς αἱρέσεις ἐκείνων. Καί εἶναι φυσικό ἐπακόλουθο, ἀπ’αὐτό καί μόνο καί ὄχι ἀπό ἀλλοῦ, δηλαδή ἀπό τό νά μήν διέστειλλαν (ξεχώρισαν) τούς ἑαυτούς τους ἀπό τούς αἱρετικούς, σύμφωνα μέ τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας καί τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς ἔχει παραδοθεῖ ἀπό πάνω, ἀπό τόν Οὐρανό, νά γέμισαν ἀπό κάθε αἵρεση». (Ἐπιστολή…, στίχ. 24-33, σ. 399 και στίχ. 1-7, σ. 401).

(Στό ἴδιο πνεῦμα μέ τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς οἰκονομίας, κινεῖται καί ὁ ἁγιώτατος καί σοφώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κυρός Μιχαήλ ὁ Ἀγχιάλων στόν διάλογό του πρός τόν πορφυρογέννητο βασιλέα Μανουήλ τόν Κομνηνό,  περί τῆς ὑποθέσεως τῶν Λατίνων, ὃταν πολλοί τῶν ἀρχιερέων καί ἐπισκόπων καί φρερίων τοῦ “πάπα”, πῆγαν στήν Κωνσταντινούπολη, ζητοῦντες τήν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν καί δεν ἁπαιτοῦσαν τίποτε ἂλλο ἀπό τους  Γραικούς ἀπό το να παραχωρήσουν στον “πάπα” το πρωτεῖο, το ἒκκλητο, και το να τον μνημονεύουν.Ὁ βασιλεύς τοῦ λέγει : «Ἀλλά, πρέπει νά οἰκονομήσουμε μέ διάκριση τά πράγματα» – ὄχι μόνο τούς λόγους, καί νά ἀναμίξουμε στήν αὐστηρότητα τήν ἐπιείκια».Ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀπαντᾶ: «Σέ ἄλλα θέματα αὐτό μπορεῖ νά γίνει». Ὁ βασιλεύς τοῦ λέγει : «Καί στά θεῖα πράγματα». Καί ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἔτσι λές ἐσύ, ἀλλά ὄχι ὁ πολύς καί μέγας Βασίλειος˙ ἐντελῶς ἀντίθετα αὐτός νομοθέτησε νά μήν παραβιάζουμε τό παραμικρό ἀπό τίς πνευματικές διατάξεις γιά λόγους οἰκονομίας. Γιατί δέν θά μποροῦσε νά οἰκονομήσει κανείς καλύτερα ἀπό Αὐτόν, πού ἐπιβλέπει τό πᾶν, καί γενικά πρέπει, ἀκολουθώντας Αὐτόν, νά ἀφήνουμε καθ’ἡμᾶς ὅπως οἰκονομοῦνται καί διεξάγονται ἀπό Ἐκεῖνον. Ἄν, ὅμως, ἐπιχειρεῖ κανείς νά οἰκονομεῖ χωρίς τήν ἄνωθεν οἰκονομία, μέ πράγματα, πού ἐξυπηρετοῦν τά συμφέροντά του, μέ αὐτό, χωρίς νά τό ἀντιληφθεῖ, θά κατορθώσει τά χείριστα. Οὔτε τήν Πόλη θά φυλάξει, οὔτε θά μπορέσει κάτι νά οἰκονομήσει, ἄν ὁ Κύριος δέν οἰκονομεῖ καί δέν φυλάξει, ἀλλά μάταια θά ἀγρυπνήσει καί θά πέσουν στό κενό οἱ κόποι, πού ἔβαλε στά θεμέλια».(DialoquedeMicheldAnchialos, στίχ.1-28, ἐνArchives de lorient chretien 16, Dossier Grec de lunion de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français detudes Byzantines, Paris 1976, σ. 357).).

6. Οἱ τραγικές καί φρικτές συνέπειες τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ. Λέγουν:(Ἐπιστολή…, στίχ. 5-23, σ. 419).«Ἀλλά, τί βλάπτει τό νά μνημονεύει κανείς τόν αἱρετικό; Λέγουν οἱ θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων˙ «Ἄν κάποιος μόνο συμπροσευχηθεῖ σέ σπίτι μέ ἀκοινώνητο, αὐτός νά ἀφορίζεται».Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κακῶς καί ἀθέως εἰσήγαγαν, ὄχι μόνο τήν συμπροσευχή, ἀλλά καί τήν μνημόνευση, ὄχι μόνο τοῦ ἀκοινωνήτου, ἀλλά καί τοῦ αἱρετικοῦ στήν Ἐκκλησία, ὄχι σέ σπίτι, ἀλλά στόν ναό τοῦ Θεοῦ, μέσα στόν ὁποῖο βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πάνω στήν μυστική καί φρικτή (Ἁγία) Τράπεζα, αὐτοί συγκοινωνοῦν μέ τελειοτάτη κοινωνία στό ποτήριο τῆς ζωῆς, καί γι’αὐτό εἶναι ἕνα μ’αὐτούς. Γιατί λέγει κι ἄλλος Ἱερός Κανόνας˙ «Αὐτός, ὁ ὁποῖος δέχεται τον αἱρετικό, ὑπόκειται στις ἴδιες κατηγορίες μ’ ἐκεῖνον». Καί πάλι ἄλλος Ἱερός Κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένῃ Ἁγίας Συνόδου, (Πηδάλιον, Τῆς ἐν Καρθαγένη Τοπικῆς Συνόδου Κανών ΡΛΔ΄ , ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 535), ὁ 134ος, λέγει: «Ὅποιος Ἐπίσκοπος τυχόν γνωρίζει ὅτι οἱ Δονατιστές ἤ ἄλλοι αἱρετικοί δέν ἐπέστρεψαν στήν Καθολική (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία καί συγκοινωνήσει μ’αὐτούς, λέγοντας ὅτι θά τούς μεταστρέψει πρός τήν Ὀρθοδοξία, αὐτός, ἐπειδή εἶπε ψέμματα σχετικά μέ τήν κοινωνία τους καί ἀπάτησε τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, νά εἶναι καθηρημένος καί ἀποκηρυγμένος».Ἀπό αὐτό βγάζουμε τό συμπέρασμα ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι, πού κοινώνησαν μέ τούς αἱρετικούς καί ὑπέβαλαν τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ σέ καθολική ἀπώλεια, ταυτοχρόνως καί τήν ἱερωσύνη στεροῦνται καί γίνονται ἀποκηρυγμένοι, δηλαδή λογίζονται ἀπό ὅλους ὡς ἀποκομμένοι ἀπό τό Ὀρθόδοξο Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας».

Αὐστηρότερη θέση γιά τό θέμα τῆς κοινωνίας καί τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ τηρεῖ ὁ Ἀθανάσιος ὁ Β΄, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας τήν περίοδο τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Λυών, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὅτι ὅσοι ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία καί μνημονεύουν τούς αἱρετικούς ὡς ὀρθοδόξους στά Ἱερά Δίπτυχα, βρίσκονται ὑπό κατάρα καί ἀνάθεμα καί εἶναι ἀκοινώνητοι.Γράφει σέ ἐπιστολή του :«Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἤ πιστεύουν ἤ πράττουν ἤ εὐαγγελίζονται μέ ἐπιπολαιότητα τόν λαό τοῦ Χριστοῦ ἐνάντια στίς θεῖες αὐτές καί σωστικές παραδόσεις, μέ σκοπό νά συστήσουν τίς δικές τους ἐρεσχελίες (φλυαρίες, μωρολογίες) καί νά ἀθετήσουν τίς θεῖες καί ἱερές συνόδους, γιά νά ἐξαπατήσουν καί νά ἐπιφέρουν τόν ὄλεθρο στούς ἁπλούστερους, αὐτοί ἄς εἶναι ἀνάθεμα (χωρισμένοι ἀπό τόν Κυριο). Ἀλλά καί αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κοινωνοῦν μ’αὐτούς μέ ὁποιαδήποτε κοινωνία, ἤ κοινώνησαν ἤ τούς μνημόνευσαν ὡς εὐσεβεῖς, ἐνῶ αὐτοί ἐπιμένουν ἀκόμη στήν κακογνωμοσύνη καί τήν ἀθεότητά τους, αὐτοί νά εἶναι κάτω ἀπό κατάρα καί ἀνάθεμα, διότι ἐπέλεξαν τήν ἕνωση, πού χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Γιατί, ἄν «αὐτός, πού συμπροσευχήθηκε μόνο σέ σπίτι μέ ἀκοινώνητο, εἶναι ἀκοινώνητος», ὅπως διαγορεύει ὁ Ἀποστολικός Κανόνας, πολύ περισσότερο εἶναι ἀκοινώνητος αὐτός, ὁ ὁποῖος συμπροσευχήθηκε μ’αὐτούς στήν Ἐκκλησία καί τούς μνημόνευσε ὡς εὐσεβεῖς στά ἱερά δίπτυχα καί ἀνεκήρυξε μέ βοή τήν κακοδοξία τους ὡς νόμιμη, τήν ὁποία προηγουμένως, ἐπειδή δέν ἦταν ἀντίθεος, τήν χλεύαζε, ἐπειδή ἦταν ἄξια χλεύης, καί ἔλεγε καί ἔγραφε φυσικά ἐναντίον της. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι στό ἑξῆς θά μνημονεύσουν, ἔτσι θά φρονοῦν καί ἔτσι θά πράττουν».(Ἀθανασίου πατριάρχου Ἀλεξανδρείας ἐπιστολή, Lettre d’Athanase d’Alexandrie (1276), στίχ. 8-23, ἐν Archivesdelorientchretien 16, DossierGrecdeluniondeLyon (1273-1277) parV. LaurentetJ.Darrouzes, InstitutFrançaisdetudesByzantines, Paris 1976, σ. 345).

7. Ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Ἡ διακοπή μνημονεύσεως δέν εἶναι σχίσμα, ἀλλά ἀπαλλαγή ἀπό τά σχίσματα καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας.Ὅσον ἀφορᾶ τόν 15ο Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί στήν ἐπιστολή τους λέγουν τά ἑξῆς ἀποστομωτικά, ἀπευθυνόμενοι σέ ὅσους ἑσφαλμένα θεωροῦν ὅτι ἡ διακοπή μνημονεύσεως εἶναι σχίσμα: «Ἐμπεριέχεται δέ καί στόν 15ο Κανόνα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, πού ἐπονομάσθηκε Πρωτοδευτέρα, ὅτι αὐτοί, πού χωρίζουν τόν ἑαυτό τους, καί πρίν γίνει συνοδική καταδίκη, ἀπό τούς Ἐπισκόπους, πού διδάσκουν δημόσια αἱρετικά διδάγματα καί εἶναι προφανῶς αἱρετικοί, ὄχι μόνο δέν φέρουν καμμία εὐθύνη, ἀλλά πρέπει καί νά ἐπαινοῦνται. Διότι, δέν χώρισαν τόν ἑαυτό τους ἀπό ἀληθινούς ἐπισκόπους, ἀλλά ἀπό ψευδεπισκόπους καί ψευδοδιδασκάλους. Καί αὐτό, πού ἔκαναν, εἶναι ἄξιο ἐπαίνου καί ταιριάζει στούς ὀρθοδόξους χριστιανούς. Καί αὐτό δέν εἶναι σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μᾶλλον ἀπαλλαγή ἀπό τούς μερισμούς (τά σχίσματα) καί ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας».(LettredesHagioritesalEmpereur (1275), στίχ.6-14, ἐνArchives de lorient chretien 16, Dossier Grec de lunion de Lyon (1273-1277) par V.Laurent et J. Darrouzes, Institut Français detudes Byzantines, Paris 1976, σ. 395). Σε ἔργο Ἀνωνύμου κατά τοῦ λατινόφρονος “Πατριάρχη” Ἰωάννου ΙΑ΄Βέκκου, γίνεται ἀναφορά στον ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη, στην διακοπή μνημονεύσεως, πού ἔκανε, και στην ἀποστροφή τῆς κοινωνίας, πού πρέπει να ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο προς τους κατεγνωσμένους Λατίνους, ἀλλά και προς ὅσους εἶναι ὁμόφρονές τους και συγκοινωνοῦν μ’αὐτούς.

Λέγει ὁ Ἀνώνυμος: «Ἐάν, λοιπόν, αὐτός ὁ ἅγιος και μεγάλος ὁμολογητής Θεόδωρος (ὁ Στουδίτης), παρ’ ὅλο πού οἱ τότε βασιλεῖς ἦταν ὀρθόδοξοι και σε τίποτε δεν ἐγκαλοῦνταν σχετικά με την ὀρθόδοξη πίστη, παρά μόνο ὅτι παρανόμησαν σε κάποια πράγματα και καθένας ἔκανε κάτι ἀντικανονικό, και γι’αὐτό, ὄχι μόνο ἀπεμάκρυνε τον ἑαυτό του ἀπό την κοινωνία μ’ ἐκείνους, ἀλλά διέκοψε και την μνημόνευσή τους ἀπό τις θεῖες συνάξεις, ἐμεῖς ποιό ἄδικο ἤ καινούργιο πρᾶγμα πράττουμε τώρα, ἀψηφώντας την ἀνθρώπινη δόξα, ἐξαιτίας τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ; Γιατί, ἐάν δενἀκολουθήσουμε τους θείους Πατέρες, αὐτοί θα μᾶς ἐγκαλέσουν. Ἐάν, ὅμως, ἀκολουθοῦμε τούς ἁγίους, τότε γιατί διωκόμαστε; Ἀκολουθώντας, λοιπόν, αὐτές τίς δεσποτικές καί εὐαγγελικές αὐθεντίες καί ἀκόμη περισσότερο τίς ἀποστολικές θεολογίες καί τίς συνοδικές καί πατερικές παραδόσεις καί διατάξεις, βρίσκουμε ὅτι οἱ Λατῖνοι ἔχουν πάρα πολύ ἐκτραπεῖ ἀπό αὐτά τά θεῖα προστάγματα καί τίς παραδόσεις, καί γι’αὐτό πάρα πολύ ἀποστρεφόμαστε τήν κοινωνία μαζί τους, ἀλλά καί μέ ὅσους εἶναι ὁμόφρονες καί συγκοινωνοῦν μαζί τους, ἐπειδή κάθε ἀποστολικό καί ἐκκλησιαστικό θεσμό τόν θεωροῦν ὡς ἕνα τίποτα».(Ἀνωνύμου. ΚατάτοῦΒέκκου (Anonyme, contre Bekkos 1275), στίχ. 1-16, ἐνArchives de l’orient chretien 16, Dossier Grec de l’union de Lyon (1273-1277) par V. Laurent et J. Darrouzes, Institut Français d’etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 333).

(Δυστυχῶς, παραπάνω ὁμολογιακή ἐπιστολή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων δεν στάθηκε ἱκανή να συνετίσει τον βασιλέα Μιχαήλ, ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε την γενική ἀποδοχή τῆς ψευδοενώσεως τῆς Λυών. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποδοκίμαζαν την ψευδοένωση, θεωροῦσαν ὅσους την ἀποδέχθηκαν ὡς μολυσμένους και διέκοψαν την ἐκκλησιαστική κοινωνία με τον λατινόφρονα πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ΄Βέκκο και τους ὁμόφρονές του. (ΙΩ.ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Ὁ θρυλλούμενος διωγμός…ἐν Ἀθωνικῇ Πολιτείᾳ, σ. 223). Τους κατηγοροῦσαν ὄτι ἐξέπεσαν τῆς ἱερωσύνης και ὅτι τελοῦσαν ἄκυρα μυστήρια.(ΧΡ.ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία και ἡ Ρώμη κατά τον ιγ΄αἰῶνα, σ. 109). Αὐτό ἦταν σύμφωνο με τους Κανόνες α΄ και β΄ τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου. (ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 170-172). Γι’αὐτό προέτρεπαν τούς πιστούς νά μήν ἐκκλησιάζονται μέ τόν Πατριάρχη καί τούς ὁμόφρονές του κληρικούς. Ὁ Βέκκος ἐπεκύρωσε τήν ψευδοένωση διά Συνόδου,(ΑΡΧΙΜ. ΣΠ. ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός, τ. β΄, Ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Τύπος» καί Σύλλογος «Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης», Ἀθήνα 2014, σ. 18). ἐνῶ τόν Ἰούλιο τοῦ 1277 ἐξέδωσε «πατριαρχικό ἀφορισμό» ἔναντι τῶν «σχισματικῶν» Ὀρθοδόξων, πού ἦταν ἐναντίον τῆς ψευδοενώσεως).

Τό συλλείτουργο με τους αἱρετικούς στην Ἱ.Μονή Μεγίστης Λαύρας (ἐπί λατινόφρονος "Πατριάρχου" Βέκου 1260-1282):  -Τα φοβερά γεγονότα που ἀκολούθησαν και οι συνέπειες τῶν μοναχών που συμμετείχαν.  Στόν Μέγα Συναξαριστή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῆς 4ης Ἰανουαρίου(Ἀθῆναι 1978, ἔκδοσις ἕκτη) διαβάζουμε τά ἑξῆς: «Αὐτοί οἱ λατινόφρονες ἀφοῦ ἦλθαν στην Λαύρα, τους ὑποδέχτηκαν κάποιοι Μοναχοί της (ἐπειδή φοβήθηκαν μη τους καταδικάσουν σε θάνατο), στους ὁποίους (λατινόφρονες) καί ἔδωσαν πολλά ἱερά σκεύη, δηλαδή Ἅγια Ποτήρια, Εὐαγγέλια, θυμιατήρια καί λοιπά, τά ὁποῖα εἶχαν κλέψει ἀπό ἂλλες ἱερές Μονές σαν ληστές. Ἐκεῖνοι δέ οἱ ὁποῖοι συγκοινώνησαν με τους παραπάνω λατινόφρονες, μετά θάνατον ἔμειναν τυμπανιαῖοι καί τά ἄθλια σώματά τους, που ἦσαν μαῦρα καί ἀπόπνεαν βρώμικη ὀσμή, δέν τα ἒθαψαν στο κοινό κοιμητηρίῳ, ἀλλ᾿ ἐκτός αὐτοῦ, σ’ἕνα ὑπόγειο σπήλαιο τό ὁποῖον το περίφραξαν, σαν ἀποκομμένα καί ξένα τῆς Ἁγίας Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τῶν ὀρθῶν δογμάτων της». Σύμφωνα μέ χειρόγραφο τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Λαζάρου Διονυσιάτου (1974) πού ὑπάρχει στήν Μονή Διονυσίου στήν Λαύρα συλλειτούργησαν ἱερομόναχοι καί διάκονοι μέ τούς Λατίνους κληρικούς, συνολικά ἑπτά ἄτομα. Μετά τήν κοίμησί τους τά πτώματά τους παρέμειναν τυμπανιαῖα. Τό 1937, σύμφωνα μέ τό μνημονευθέν χειρόγραφο, συνέβη τό ἑξῆς περιστατικό: Τά πτώματα τῶν τυμπανιαίων πατέρων τά εἶχαν τοποθετήσει στόν νάρθηκα τοῦ κοιμητηρίου τῆς Μονῆς, σέ κοινή θέα πρός διδασκαλία καί σωφρονισμό τῶν ἀπογόνων τους. Ἕνα βράδυ μία ὁμάδα ἐργατῶν, τήν ὥρα πού ἔτρωγαν καί ἀστειεύοντο εἶπε ἕνας στούς ἄλλους: «Ὅποιος θά μπορέση νά πάη αὐτή τήν νύκτα στά ἀφωρισμένα πτώματα, χωρίς νά φοβηθῆ, θά πάρη αὐτό τό στοίχημα. Καί κανόνισαν τί χρηματικό ποσό θά πάρη. Σηκώθηκε ἕνας καί εἶπε ὅτι δέν φοβᾶται καί θά πάη νά σταθῆ δίπλα στά πτώματα. Ἐπῆγε λοιπόν ἐκείνη τήν νύκτα, ἀλλά ἀπό τόν φόβο του ἔπαθε συγκοπή καρδίας καί ἀπέθανε. Τό θλιβερό αὐτό γεγονός εἶχε σάν ἀποτέλεσμα ἡ Σύναξις τῆς Μονῆς νά μεταφέρη τά πτώματα σ᾿ ἕνα ἀπόκρημνο παραθαλάσσιο σπήλαιο μεταξύ Λαύρας καί Ρουμανικῆς Σκήτης καί ἀφοῦ τά τοποθέτησε ἐκεῖ, ἔδωσε διαταγή καί κτίσθηκε τό στόμιο τοῦ σπηλαίου. Ἔκτοτε ἀπό τότε τείνει νά ξεχασθῆ αὐτό τό περιστατικό. Εὐτυχῶς πού τό διέσωσε ὁ μακαριστός π. Λάζαρος Διονυσιάτης, ὁ ὁποῖος, ὅσο ζοῦσε, συγκέντρωνε διάφορα περιστατικά ἀπό τήν ζωή τῶν Μονῶν καί τῶν Πατέρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἄφησε στήν Μονή του τέσσερα μεγάλα χειρόγραφα βιβλία.

Ἀπό τό βιβλίο «Ὀρθοδοξία καί Παπισμός» τῆς κ. Οὐρανίας Λαμπάκη, (ἔκδοση 1964, σελ.154-157) διαβάζουμε: «Ἄς δοῦμε καί στην Μεγίστη Λαύρα, ὅπου τούς ὑποδέχτηκαν με κωδωνοκρουσίες. Καί ἐκεῖ βλέπομεν ὅτι ἐπακολούθησαν φοβερώτερα, γεγονότα γεμᾶτα φρίκη καί τρόμο, καθώς ἡ ἀψευδής παράδοση διέσωσε...Ὁ μέν ἱεροδιάκονος Λαυριώτης, που συλλειτούργησε στην θείᾳ Λειτουργίᾳ, ἀφοῦ τον κτύπησε ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ, πέθανε, ἀφοῦ ἒλυωσε σαν το κερί που καίγεται στην φωτιά, οἱ δέ συλλειτουργήσαντες ἱερομόναχοι ἑπτά (κατ᾿ ἄλλους 11) μετά θάνατον βρέθηκαν ἄλυωτοι, τυμπανιαῖοι, τῶν ὁποίων τά λείψανα μέχρι τέλους τοῦ 19ου αἰῶνος τα εἶχαν τοποθετήσει στόν νάρθηκα τοῦ κοιμητηρίου…σε κοινή θέα…, πρός διδασκαλία καί σωφρονισμό τῶν ἐπιγενομένων…». Στην συνέχεια ἐξιστορεῖται ὅτι, «λόγῳ θλιβερῶν γεγονότων που συνέβηκαν ἐξ αἰτίας τῆς ἀπαίσιας θέας τῶν ἂλυωτων τούτων λειψάνων, οἱ μοναχοί τά μετέφεραν σ’ἓνα σπήλαιο δυσκολοδιάβατο καί ἀπόκρημνο στά παράλια τῆς Ρουμανικῆς Σκήτης, ἀλλ᾿ἐπειδή καί ἐκεῖ οἱ περίεργοι πήγαιναν, ἒφραξαν τελευταία με κτιστές πέτρες τήν πόρτα  τοῦ σπηλαίου, καί ἒτσι ἔγινε τοῦτο ἀγνώριστο…». Μία ἄλλη παρόμοια προφορική μαρτυρία ἔχουμε ἀπό τούς παλαιούς Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου. Συγκεκριμένα ὁ μοναχός Ἡσύχιος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει νά μονάση στήν Μονή μας τό 1924 μᾶς ἔλεγε: «Ἔχουν περάσει ἀπό τήν Μονή μας μοναχοί καί λαϊκοί καί εἶδαν τά πτώματα τῶν ἀφωρισμένων. Ἤθελα κι ἐγώ νά πάω στήν Λαύρα νά τά ἰδῶ, ἀλλά μετά ἀπό λίγα χρόνια ἔμαθα ὅτι τά ἐξαφάνισαν. Δέν ξέρουμε πού τά ἔβαλαν». (από το βιβλίο:«Περιστατικά για την ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί τήν πλάνη τῆς παπικῆς ἐκκλησίας»Ἱ.Μ.Γρηγορίου,ἋγιονὊρος ).

Ὁ Ἃγιος Ἀθανάσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1230-1310 μ.Χ.):  «Στὴν ἀρχὴ λοιπὸν προσπαθεῖ (ὁ ἐπίσκοπός τοῦ Γάνου ὅρους) μὲ τὸ καλὸ καὶ τὶς κολακεῖες νὰ τοὺς καταπείσει καὶ νὰ τοὺς ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν εὐσέβεια καὶ τὸ ὀρθὸ δόγμα τῶν Χριστιανῶν. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ προσβολὲς του ἀποκρούσθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀλύγιστους καὶ γενναίους ὑπερασπιστὲς τῆς εὐσεβείας καὶ ἔχασε κάθε ἐλπίδα, ἀποκαλύπτει τότε τὸ σχέδιό του. Δοκιμάζει λοιπὸν μὲ τὶς ἀπειλὲς νὰ φοβερίσει τὸν λέοντα, ἀπειλῶντας τον μὲ ψευδῆ φόβητρα. Στὴν συνέχεια ἀπαιτοῦσε ἀπὸ αὐτοὺς νὰ συμμετάσχουν μαζί τους τουλάχιστον στὴν προσευχὴ πρὸ τῆς τραπέζης καὶ νὰ φάγουν ἀπὸ τὸ κοινὸ φαγητό. Ὅταν ὅμως ὁ μανιώδης ἐκεῖνος ἀρχιερεὺς εἶδε, ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν καὶ  σὲ αὐτὸ ἀνένδοτος καὶ παρουσίαζε στὴ συζήτηση τὸν (I’) ἀποστολικὸ κανόνα ποὺ λέγει ὅτι:  “ἐὰν κάποιος συμπροσευχηθεῖ μὲ ἕναν ἀκοινώνητο ἔστω καὶ μέσα σὲ σπίτι, νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς ἀκοινώνητος” . τότε δὲν μπόρεσε πλέον νὰ ἀντέξει τὴν ἀπτόητη καὶ θαρραλέα εὐθύτητα τοῦ μεγάλου Πατρός».  (Καλοθέτου, Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἠμῶν Ἀθανασίου, σeλ. 478-480) (Στὴ παροῦσα πηγή, μπορεῖ κανεὶς νὰ θαυμάσει τὴν ἀκρίβεια  καὶ τὴν εὐαισθησία στὰ θέματα τῆς πίστεως ποὺ εἶχαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Δὲν δέχονταν οὔτε νὰ συνδειπνήσουν μὲ αἱρετικούς! Τι θὰ ἔλεγαν στοὺς σημερινοὺς ἐπισκόπουςποὺ ὀργανώνουν πανάκριβες φιέστες καὶ δεξιώσεις γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦν τὸν «πάπα» καὶ κάθε εἴδους αἱρετικό; Τι θ ἔλεγαν σὲ αὐτοὺς ποὺ διατυμπανίζουν τὴν οἰκονομία καὶ τὰ ἄχρι καιροῦ (μέχρι τὸ κοινὸ ποτήριον), διότι, δῆθεν  ἀκόμα δὲν ὑπάρχει προδοσία τῆς πίστεως;  Νομίζουμε ὅτι ἀπάντηση στὰ παραπάνω ἐρωτήματα εἶναι προφανής).

Ὁ Ἃγιος Μάρκος Ἐπίσκοπος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός (1393-1445):  « γνώμη μου εἶναι ἑξῆς: Ὅποιος θὰ μνημονεύση τὸν Πάπα θὰ ἔχη κοινωνία μὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν μνημονεύουν θὰ συμβουλεύση θὰ παραινέση κάποιον νὰ μνημονεύση, θὰ τὸν θεωρήσω ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἁγία καὶ μεγάλη σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁποία ἐξήτασε τὸ λατινικὸ δόγμα καὶ κατεδίκασε ὅσους τὸ πίστεψαν, τὸν Βέκκο δηλαδὴ καὶ τοὺς ὁμόφρονές του. Ἔπειτα δὲν θεωρῶ μικρὸ πράγμα τὸ μνημόσυνο τοῦ Πάπα ὁποιουδήποτε ἐπισκόπου. Ἄλλωστε πνευματικὴ κοινωνία τῶν ὁμοδόξων καὶ τελεία ὑποταγὴ πρὸς τοὺς γνήσιους ποιμένες ἐκφράζεται μὲ τὸ μνημόσυνο. Οἱ σύνοδοι καὶ οἱ ἄλλοι Πατέρες ὁρίζουν ὅτι: αὐτῶν ποὺ ἀποστρεφόμεθα τὸ φρόνημα πρέπει νὰ ἀποφεύγωμε καὶ τὴν κοινωνία. καὶ ὅλα τα σχετικὰ ποὺ γνωρίζετε ὅτι ὁρίζουν. Πάνω ἀπ' ὅλα ὅμως Κύριός μας λέγει: «Ἀλλοτρίω δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ' αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνὴν» (Ἰω. ι', 5)

Καί: «Ἀντιθέτως, ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεό, πρέπει νὰ ἔχουν ἑτοιμασθεῖ νὰ πολεμήσουν μαζί τους στὰ ἔργα. Ἐπίσης, νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑποφέρουν κάθε κίνδυνο γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ γιὰ τὸν ἀγώνα νὰ μὴν μολυνθοῦν ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς ἀσεβεῖς».   (Ἀ. Δημητρακοπούλου, Ὀρθόδοξος Ἑλλάς, σελ. 106-107)

Καί: ‘‘Ὃλοι οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, ὃλες οἱ  Σύνοδοι, ὃλες οἱ Θεῖες Γραφές, μᾶς προτρέπουν να ἀποφεύγουμε τους αἱρετικούς  και να ἀπομακρινόμαστε ἀπό την ἐπικοινωνία μαζί τους’’. (P.G. 160, 105C).

Καί: “Σε κανέναν δεν ἐπιτρέπεται να παρουσιάζει ἂλλη πίστη ἀπό την πίστη που ὂρισαν οἱ Ἃγιοι Πατέρες”. (PG 103, 953-956).

Καί: «Καλό εἶναι νά εἰρηνεύουμε μέ τούς πάντες, ἀλλά ταυτόχρονα νά συμφωνοῦμε σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ὀρθή πίστη. Νά ἀποφεύγετε, σάν νά ἀποφεύγετε φίδια, τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αὐτούς πού εἶναι ἀκοινώνητοι, καί τό μνημόσυνο αὐτῶν πού δέν πρέπει νά μνημονεύονται. Διότι αὐτοί εἶναι ψευδαπόστολοι, ἐργάτες δόλιοι πού μετασχησματίζονται σέ ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ» (P.G. 99, 1048C-D).

Καί: [Ὁ Ἃγιος Μάρκος, διαπρύσιος πολέμιος τοῦ παπισμοῦ, λίγο πρίν κοιμηθεῖ, ἂφησε ἐντολή]:«οὒτε στην κηδεία μου, οὒτε στα μνημόσυνά μου να πατήσει ὁποιοσδήποτε ὑπέγραψε την ἓνωση με τους παπικούς». (P.G. 160, 536 C- 537 A)

Καί: «Οἱ περισσότεροι ἀδελφοί, ἔχοντας πάρει θάρρος ἀπὸ τὴν ἐξορία μου, ἐλέγχουν μὲ αὐστηρότητα τοὺς ἀλητήριους (λατινόφρονες) καὶ παραβάτες τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ τῶν πατρικῶν θεσμῶν. Τοὺς διώχνουν ἐπίσης ἀπὸ παντοῦ ὡς καθάρματα, χωρὶς νὰ ἀνέχονται νὰ συλλειτουργοῦν μαζί τους, οὔτε τοὺς μνημονεύουν καθόλου στὰ μυστήρια ὡς Χριστιανοὺς ….»

Καί: «Νὰ  συμβουλεύσεις δὲ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ νὰ ἀποφεύγουν μὲ κάθε τρόπο τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν λατινόφρονα μητροπολίτη τους καὶ οὔτε νὰ συλλειτουργοῦν μαζί του, οὔτε νὰ τὸν μνημονεύουν καθόλου, οὔτε νὰ τὸν θεωροῦν ἀρχιερέα, ἀλλὰ ὡς μισθωτὸ λύκο!»  (TLG,Theodorus Studites Scr.Eccl.,Theol.,Epistulae, Epistle 39,line51-80. P.G. 99, 1048C-D).

Καί: « δὲ καλόγηρος αὐτοῦ τοῦ μισθωτοῦ καὶ ὄχι γνήσιου ποιμένα σας, ἐπίσκοπος Μονεμβασίας ποὺ προανέφερα, ἀφοῦ ἔλαβε ἀπὸ τὸν βασιλέα τὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς τοῦ Προδρόμου, οὔτε μνημονεύεται ἀπὸ τοὺς καλόγηρούς του, οὔτε τὸν θυμιάζουν καθόλου ὡς Χριστιανό…»  (Οἱἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας. β΄ ἒκδοση - .Μ. Ἁγίας Ἀναστασίας Ρωμαίας, Ρέθυμνο 2008. Σελ. 298)

Καί:  «Νὰ ἀποφεύγετε λοιπὸν καὶ ἐσεῖς ἀδελφοί, τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους καὶ τὸ μνημόσυνο τῶν ἀμνημονεύτων. Δεῖτε, ἐγὼ ἁμαρτωλὸς Μάρκος σᾶς λέγω, ὅτι ὅποιος μνημονεύει τὸν πάπα ὡς Ὀρθόδοξο ἀρχιερέα, τοῦ παραχωρεῖ το δικαίωμα τοῦ ἐκκλήτου, τον θεωρεῖ πρῶτο μεταξύ τῶν ἀρχιερέων τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἔνοχος νὰ ἐκπληρώση ὅλο τὸν Λατινισμό, μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ ξυρίσματος τῆς γενειάδας. Λατινόφρων αὐτὸς θὰ καταδικαστεῖ μαζὶ μὲ τοὺς Λατίνους καὶ θὰ θεωρηθεῖ ὡς παραβάτης τῆς πίστεως. Παρακαλῶ φυλαχτεῖτε ἀπό τούτη τη μόλυνση των Ἰταλῶν. Μην ἀφήσουμε να μᾶς ἀγγίξει ο μολυσμός τους, και μας ἀποστραφεῖ ὁ Νυμφίος τῶν ψυχών μας προς αἰώνια ντροπή μας.».   (Ἁγ.Μάρκου Εὐγενικοῦ, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097D, 1100A). [σ.σ.Ὂχι μόνο μνημονεύουν οἱ παναιρετικοί οἰκουμενιστές τον αἱρεσιάρχη και ἀντίχριστο “πάπα”  (ὃπως τον ἀποκαλεῖ ὁ Ἃγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός), ἀλλά τοῦ ψάλλουν το πολυχρόνιο, τον θυμιάζουν, συλλειτουργοῦν και συμπροσεύχονται μαζί του και με ἂλλους αἱρετικούς, ἀλλά και με ὃλους τους ἀλλoθρήσκους» βλέπε σχετικά, ἀποκαλυπτικά βίντεο, στην ἰστοσελίδα: https://ieraapotihisis.blogspot.com/2020/01/blog-post_22.html].

Καί«Να τους ἀποφεύγετε, ὃπως ἀποφεύγει κάποιος το φίδι, ἐπειδή αὐτοί εἶναι τέτοιοι (φίδια), ἡ μᾶλλον και ἀπό αὐτά (τα φίδια) χειρότεροι, ἐπειδή εἶναι  χριστέμποροι καὶ χριστοκάπηλοι… Να τούς ἀποφεύγετε λοιπόν ἀδελφοί, καὶ τὴν κοινωνία με αὐτούς. Διότι αὐτοί εἶναι ψευδαπόστολοι, ἐργάτες δόλιοι, που μετασχηματίζονται σε ἀποστόλους Χριστοῦ.   (Τοῖς Ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς, §6, ἐν Ἰω. Καρμίρη, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου καὶ Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1960, τομ. Α΄, σ. 427)

Καί: ‘‘Αὐτοὺς  ποὺ  προσποιοῦνται  ὅτι  κρατοῦν  καὶ ὁμολογοῦν τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ὅμως γίνονται συγκοινωνοὶ μὲ τοὺς ἐτερόφρονες αἱρετικούς, ἐὰν δεχθοῦν παραγγελία  νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ  δὲν τὸ κάνουν, (αὐτούς), ὄχι μόνο νὰ μὴ τοὺς δεχόμαστε στὴ Θεία Κοινωνία, ἀλλὰ οὔτε ἀδελφοὺς νὰ τοὺς ὀνομάζουμε’’(Ν.Βασιλειάδη, γ.Μάρκος Εγενικς καὶ ἡ ἕνωσις τνκκλησιν. κδοσις « Σωτρ» θναι 1972 σελ.95).

Καί: Γιατί εἶμαι πεπεισμένος ἀκριβῶς, ὅτι ὅσο ἀπομακρύνομαι ἀπό αὐτόν (τον λατινόφρονα Πατριάρχη) καὶ ἀπό αὐτούς (τους ἑνωτικούς), πλησιάζω πιό κοντά στον Θεό καὶ σε ὃλους τους πιστούς καὶ τους ἁγίους Πατέρες. Καὶ ὃσο χωρίζομαι ἀπό αὐτούς, (τους λατινόφρονες ἑνωτικούς), τόσο πιο πολύ ἑνοῦμαι με τὴν ἀλήθεια καὶ με τους ἁγίους Πατέρες τούς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας. (P.G.160,536 C-D)

Καί: Ἃγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός προειδοποιεῖ, πιστοποιεῖ και προσδιορίζει σαφέστατα την πάρα πολύ κρίσιμη σημασία τοῦ μνημοσύνου τοῦ ἐπισκόπου: «Ἒχει πολύ μεγάλη και ὂχι μικρή σημασία το μνημόσυνο, διότι ἐκεῖνοι (μόνο) μνημονεύονται “ἐπ’ἐκκλησίαις”, ὃσοι εἶναι Ὀρθόδοξοι και ἒχουν κοινωνία με αὐτή την ἐκκλησία. Ὃσοι δε εἶναι ἀκοινώνητοι, οὒτε μνημονεύονται, ἐπειδή οὒτε  ἒχει ἂδεια κανείς ἀπό τους ἰερωμένους να εὒχεται γι’αὐτούς “ἐπ’ ἐκκλησίαις”». Αὐτά λοιπόν με κάθε ἀκρίβεια καὶ ἐπιμμέλεια που διατυπώθηκαν ἀπό μᾶς, ὥρισε ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος, σε κανέναν δεν ἐπιτρέπει να ὀμιλεῖ ἢ να συγγράφει ἢ συντάσσει ἢ να φρονεῖ ἢ να διδάσκει ἂλλη Πίστη διαφορετική. Αὐτούς δὲ που τολμοῦν ἢ να συντάσσουν Πίστη διαφορετική  ἢ και να παρουσιάζουν ἢ να διδάσκουν ἢ να παραδίδουν (σε ἂλλους) ἂλλο Σύμβολον (τῆς Πίστεως) [σ’αὐτούς που θέλουν να ἐπιστρέψουν στην ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας, ἀπό τον  ἑλληνισμό (την εἰδωλολατρεία) ἢ ἀπό τον ἰουδαϊσμό ἢ και ἀπό ὁποιαδήποτε αἳρεση], τούτους, ἐάν μὲν εἶναι ἐπίσκοποι ἢ κληρικοί, να εἶναι ἀποβλημένοι οἱ ἐπίσκοποι ἀπό την ἐπισκοπή τους καὶ οἱ κληρικοί ἀπό τον κλήρο· ἐάν δὲ εἶναι μονάζοντες ἢ λαϊκοὶ, να ἀναθεματίζονται”(Κανόνες Α’ ἒως Ζ’τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).

Ὁ Ἱερός Ἰωσήφ ὁ Καλόθετος (ΙΔ’αἰώνας) (μαθητής και συναγωνιστής τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου  τοῦ  Παλαμᾶ): «…Ἀντιθέτως, δὲν γνωρίζω πὼς θὰ καταφέρει νὰ μὴ συγκαταλεχθεῖ μετὰ τῶν ὑποκριτῶν (Ματθ. Κδ’, 51)καὶ ἀπίστων, αὐτὸς ποὺ δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸν ἀμετανόητο (Ἀκίνδυνο), ἡ μᾶλλον αὐτὸς ποὺ δὲν ἐναντιώνεται διαρκῶς καὶ δὲν προετοιμάζεται  πάντοτε γιὰ νὰ πολεμήσει κατὰ τοῦ ἀμετανοήτου, ἕως ὅτου διάκειται ἔτσι ἐχθρικὰ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὶς αΐδιες ἐνέργειές Του». (Ἰωσὴφ Καλοθέτου συγγράμματα, παρὰ Δ.Τσάμη, Λόγος 2,κέφ. 36-37, σέλ. 138)

Καί: «Ὅταν δὲ ὁ πατριάρχης Καλέκας ‘‘ἀπέκοψε’’ τὸν θεῖο Γρηγόριο τον Παλαμᾶ καὶ τοὺς ὁμόφρονές του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (1344), ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ ἔγραφε: “Ποιὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἰσχυρίζεται (ὁ Καλέκας) ὅτι μᾶς ἔχει ἀποδιώξει; Ἡ των Ἀποστόλων; Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε ὑποστηρικτές της καὶ συμφωνοῦμε σὲ ὅλα μαζί της. Ἐπιθυμήσαμε μάλιστα νὰ πάθουμε τὰ πάντα γιὰ χάρη της κατὰ τὴν παροῦσα περίσταση καὶ ἔχουμε σκοπὸ νὰ ὑποφέρουμε μὲ γενναιότητα κάθε πόνο καὶ κόπο μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἐξαιτίας δὲ αὐτῆς ὑφίσταται ὁ διαρκὴς πόλεμος μὲ τὸν θρασύμαχο (Βαρλαὰμ) καὶ τὸν γλαυκοφάνη (Ἀκίνδυνο). Ἑπομένως δὲν λέγει ὅτι μᾶς ἔχει ἀποβάλει ἡ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία - διότι πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ γίνει αὐτό;- ἀλλὰ  ἡ καινοφανὴς Ἐκκλησία καὶ τὰ παράδοξα δόγματα ποὺ αὐτὸς συνέστησε μὲ τὰ περὶ τὸν Θρασύμαχο καὶ Γλαυκοφάνη νεαρὰ ἄτομα. Οἱ «φάγοντες τράπεζαν Ἰεζάβελ» (Γ’ Βασ. ἰη’, 19) περιφρόνησαν λόγους, νόμους, Προφῆτες, Ἀποστόλους καὶ τόσους ἄλλους. Πῶς καὶ εἶσαι ἐσὺ Ἐκκλησία εὐσεβῶν; Ἀπὸ τὸν τρόπο; Ἀπὸ τὶς πράξεις; Ἀπὸ τὰ ὑγιῆ δόγματα; Ἀφοῦ λοιπὸν ἔγινες ἐργαστήριο κάθε ψεύδους, κάθε συκοφαντίας, ὁποιουδήποτε φαύλου πράγματος, κάθε ἐπαναστατικοῦ φρονήματος, κάθε ἀδικίας, πλεονεξίας, ἱεροσυλίας, ἁρπαγῆς καὶ καπηλείας, ἔπειτα ‘‘χειροτονεῖς’’ –ὢ τοῦ θράσους! - καὶ τὸν ἑαυτό σου Ἐκκλησία! Δὲν γνωρίζεις φαίνεται, ὅτι καὶ οἱ Νεστόριος καὶ Μακεδόνιος πιθανῶς νὰ ἰσχυρίστηκαν αὐτὸ ποὺ καὶ ἐσὺ τώρα ἰσχυρίζεσαι, διότι καὶ αὐτοὶ εἶχαν τὸν ἴδιο θρόνο μὲ σένα. Γιατί εἶσαι Ἐκκλησία; Ἀπὸ τὸ ὅτι δωροδοκεῖς; Ἀπὸ τὸ ὅτι ἐξαγοράζεις τὶς δίκες; Ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν κάνεις διάκριση μεταξύ των ἀνιέρων καὶ τῶν ἁγίων; Ἀπὸ τὸ ὅτι ἐπιτρέπεις τὴν εἴσοδο τοῦ ἱεροῦ σὲ ὅλους τους μολυσμένους καὶ βεβήλους; Ἀπὸ τὸ ὅτι καταπείθεις τοὺς ἀνθρώπους νὰ χορταίνουν ἀπὸ συγγενικὸ αἷμα; Ἀπὸ τὸ ὅτι πωλεῖς τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ἀπὸ τὸ ὅτι γέμισες τὴν Ἐκκλησία μὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις –προχωρῶ δὲ καὶ σ΄αὐτὴ τὴν κορωνίδα τῶν κακῶν - ἢ ἀπὸ τὸ ὅτι πωλεῖς (διὰ τῆς Σιμωνίας) τὴν εὐσέβεια τὴν δική σου καὶ τῶν ἐπισκόπων σου καὶ ὅσων σὲ ἀκολουθοῦν, γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ καυχᾶσαι ὅτι ἀποτελοῦν καὶ Ἐκκλησία; Τέτοιου εἴδους μὲν εἶναι ἡ κατὰ τὴν γνώμη σου Ἐκκλησία, τὴν ὁποία συνέστησες πρὶν ἀπὸ λίγο καιρό, ἀφοῦ ἀποστάτησες ἀπὸ τὴν δική μας. Ἡ δική μας ὅμως Ἐκκλησία εἶναι ἀπὸ παλαιὰ ἁγνή, καθαρή, εἰρηνική, ἀποχωρισμένη ἀπὸ ὁποιοδήποτε φαῦλο καὶ πονηρὸ πράγμα, ἐλεύθερη ἀπὸ ὁποιαδήποτε κακία, καθαρὴ ἀπὸ κάθε ἀκαθαρσία καὶ κηλίδα. Σέβεται ἐπίσης τὰ ὑγιῆ, καθαρὰ καὶ ἀποδεδειγμένως εἰλικρινῆ δόγματα τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν. Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Κύριός μας, μέλη δὲ καὶ μέρη αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας τὸ σύνολο καὶ σύνταγμα τῶν εὐσεβῶν.   (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπὲρ τῆς : «…Ἄλλοτε πάλι χαρακτηρίζει τὴν ψευδεκκλησία τοῦ Καλέκα «ὡς λανθασμένη και πολύ μακρυά τοῦ Θεοῦ». Κατὰ συνέπεια ὁ πατριάρχης (σ.σ. ἄκριτος ἀκόμα ἀπὸ  Ὀρθόδοξη Σύνοδο), «πρέπει να ὑποταχθεῖ στὴ δική μας ἐκκλησία, κατά τῆς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀφηνίασε, ἀφοῦ πρῶτα ἀποσκίρτησε ἀπ’ αὐτήν». Γιὰ ὅλα αὐτὰ ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ συνιστοῦσε: «ἐμεῖς κόβουμε την κοινωνία μας ἀπ’ αὐτόν». Προσέθετε δέ, ὅτι χρειάζονται πηγὲς δακρύων γιὰ νὰ κλαύση κανεὶς τὸ «σύντριμμα» τῆς Ἐκκλησίας. Τὶς σφαγὲς -ὄχι τῶν σωμάτων - ἀλλὰ τῶν ψυχῶν καὶ τὴν καινοτομία τῆς πίστεως».   (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, σελ. 275)

Καί: Ἐκείνη τὴν περίοδο, ποὺ ὁ Ἱερομόναχος Γρηγόριος Παλαμᾶς βρίσκεται στὴ φυλακὴ κατηγορούμενος γιὰ αἵρεση, ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ Καλόθετος γράφει αὐτὴ τὴν ἐπιστολή, στὴν ὁποία τονίζει ὅτι: «οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ πολεμοῦν ποικιλοτρόπως τὴν ἀλήθεια. Οἱ αἱρέσεις εἶναι ὅπλο τους κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὅμως διὰ τῶν Ἁγίων της περιορίζει τὴν ἔκταση  τῆς ἀποστασίας».

Ὁ Ἀκίνδυνος τώρα (σύμμαχος τοῦ Κελέκα), εἶχε ἤδη καταδικαστεῖ γιὰ τὶς θέσεις του ἀπὸ Σύνοδο τοῦ 1341, ἀλλὰ δέχτηκε να ὑπογράψει μια θολή δήλωση μεταμέλειας, και ἀπέφυγε τη μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του μέσα στις συνοδικές ἀποφάσεις.Ἔτσι, μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ πατριάρχη Καλέκα, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἔγγραφη-ἐπίσημη καταδικαστικὴ ἀπόφαση, διαδίδει «τὰς κακοδόξους διδασκαλίας του, ὡς βραβεῖον δὲ τοῦ ἀπονέμονται Μοναί»! (Δ.Τσάμη,στὸ Σύγγραμμα Ἰωσήφ Καλόθετος σελ. 352). Οἱ μαθητὲς τοῦ Ἁγίου, βέβαια, δὲν ἀποδέχονται αὐτὲς τὶς «δραστηριότητες» τοῦ Ἀκίνδυνου (καὶ Καλέκα), ἀφοῦ μὲ αὐτές, κατὰ τὸν Ἱ. Ἰωσὴφ Καλόθετο ὁ Ἀκίνδυνος «ἀπεκόπη οὐσιαστικῶς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἵδρυσε μετὰ τοῦ Πατριάρχου (Καλέκα) ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν». (Δ. Τσάμη, ὅπ. παρ.). Καὶ αὐτὰ τὰ λέει ὁ ἱερὸς Ἰωσήφ, χωρὶς κάποια Σύνοδος νὰ ἔχει ἀφορήσει τὸν Καλέκα, μεταφέροντάς μας τὴν ἐπικρατοῦσα πεποίθηση-πράξη τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ συνειδητὰ αἱρετίζων ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὡς ἀποκεκομμένος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Στὸ τμῆμα τῆς 2ας Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωσὴφ Καλόθετου §9 ποὺ παραθέτουμε, ὁ ἱερὸς συγγραφεὺς ἀνατρέχει στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ ἐρωτᾶ: “Εἶναι δυνατόν, ἀφ’ ὅτου ὁ Ἄρειος καὶ ὁ Νεστόριος ἀποκόπηκαν καὶ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, κατόπιν, κάποιοι ἐκκλησιαστικοὶ προϊστάμενοι (Πατριάρχες, Ἐπίσκοποι κ.λπ.) νὰ ἐπιχειροῦν νὰ φέρουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία; Νὰ ἐπαναφέρουν δηλαδή, τοὺς αἱρεσιάρχες, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὸ ἴδιο πνευματικὸ νόσημα τῆς αἱρέσεως, στὴν ἀμώμητο νύμφη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία καὶ νὰ τοὺς συγκαταλέξουν μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους, ἐνόσῳ οἱ αἱρετικοὶ συνεχίζουν νὰ φρονοῦν καὶ νὰ παραμένουν ἀμετανόητοι στὴν αἵρεση;Ὁ ἅγιος Κύριλλος π.χ., ποὺ ὑπερασπίστηκε τὴν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀντιπαρατέθηκε σὲ ὑψηλοὺς τόνους μετὰ τοῦ Νεστορίου, ἦταν δυνατόν, ἀφότου καταδικάστηκε ὁ Νεστόριος κι ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, κατόπιν ὁ ἴδιος νὰ τὸν «εἰσαγάγει» καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ συναναμείγνυται μὲ τοὺς πιστούς, ἐνῶ παρέμενε ἀμετανόητος; (Ἡ ἀπάντηση, βέβαια, εἶναι ὄχι, γιατὶ αὐτὴ ἡ συναναστροφὴ θὰ προκαλοῦσε μολυσμὸ καὶ βλάβη στοὺς πιστούς). Ἂν ἔφτανε, ὅμως, σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, νὰ τὸν ξαναφέρει δηλ. στὴν Ἐκκλησία ἀμετανόητο, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κατεδικαστεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ καταδικάστηκε κι ὁ Νεστόριος; («…οὐν ἂν συνεξώσθη αὐτῷ καὶ αὐτός;»).Κι ἂν τότε ἔτσι ἔγινε καὶ «ἐξώσθησαν» τῆς Ἐκκλησίας, ὅσοι ἀνῆκαν στὴν «πονηρὰ φατρία» τῶν αἱρετικῶν, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνει καὶ σήμερα, καὶ νὰ ἀπομακρυνθεῖ τῆς Ἐκκλησίας ὁ αἱρετικὸς καὶ μὴ καταδικασμένος Ἀκίνδυνος, «ἅρπαγμα γενόμενος τοῖς κακοδόξοις καὶ πάντα τρόπον ἐκείνοις συνηγορῶν καὶ προμαχῶν;”.