Τρίτη 22 Ιουνίου 2021

052 22/6/2021 Μέρος 4ο (τελευταῖο) : “Τι λέγουν ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Ἃγιοι Πατέρες γιά τήν ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τούς αἱρετικούς”

 

Μέρος 4ο (τελευταῖο) :Τι λέγουν ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Ἃγιοι Πατέρες γιά τήν ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τούς αἱρετικούς” (μετά σχολίων).

 

Βλέπε το Μέρος Α’ με τίτλο: «Ἀποφθέγματα τοῦ Κυρίου μας άπό την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και τῆς Παναγίας Μητέρας Του, για την ἂμεση ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τους παναιρετικούς ψευδεπισκόπους και άπό ὃσους ἐπικοινωνοῦν με αὐτούς», στην ἰστοσελίδα: ttps://maxomaiyperpistews.blogspot.com/2021/03/kai-2016.html

Το Μέρος Β’ με τίτλο: «Ἀποφθέγματα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Συνόδων και τῶν Ἁγίων Μεγάλων Θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας, για την άπομάκρυνσή μας ἀπό τους αἱρετικούς (μετά σχολίων)» στην ἰστοσελίδα: https://maxomaiyperpistews.blogspot.com/2021/04/2.html

Το Μέρος Γ’ με τίτλο: «Ἀποφθέγματα τῶν Ἁγίων Μεγάλων Ἱεραρχῶν, τῶν Ἁγ. Ὁμολογητῶν  και τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, για την άπομάκρυνσή μας ἀπό τους αἱρετικούς (μετά σχολίων)» στην ἰστοσελίδα: https://maxomaiyperpistews.blogspot.com/2021/04/3.html

Μέρος Δ :

«Ἀποφθέγματα τῶν λοιπῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καθώς και Ἁγιασμένων Γερόντων και γνωστῶν λογίων, για την άπομάκρυνσή μας ἀπό τους αἱρετικούς (μετά σχολίων)»

[σ.σ. Προσθέσαμε στο τελευταῖο αὐτό μέρος και ἀποφθέγματα που δεν ὑπάρχουν στα τρία πρῶτα μέρη τῆς μελέτης αὐτῆς, που κανονικά θα ἒπρεπε να εἶχαν ταξινομηθεῖ ἐκεῖ, (τα ὃποῖα ἀνακαλύψαμε κατόπιν, ἀφοῦ ἢδη τα εἲχαμε ἀναρτήσει),   πρῶτα ἀπό την Ἁγία Γραφή, κατόπιν ἀπό τους Ἁγίους Ἀποστόλους και τους Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας].


Ὁ ΞΕ’ (65ος) Ἱερός Ἀποστολικός Κανών: «Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, εἰσέλθῃ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω καὶ ἀφοριζέσθω».[ΞΕ, ή ΞΔ΄ κατά Ράλλη-Ποτλή,Ἱ.Αποστολικός Κανών]
[Δηλαδή ἀπαγορεύεται αὐστηρά σέ κληρικούς καί λαϊκούς νά μπαίνουν σέ ναούς αἱρετικῶν γιά νά προσευχηθοῦν]. [σ.σ.Αὐτός ὁ Κανόνας βέβαια ὃπως και πολλοί ἂλλοι, δεν ἰσχύουν γιά τους οἰκουμενιστές και ἰσοπεδωτῆρες τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Ἀφοῦ αὐτοί ὂχι μόνο μπαινοβγαίνουν συμπροσευχόμενοι και συλλειτουργοῦντες στους ναούς τῶν ἂλλων αἱρετικῶν, (ἐδῶ και πολλές δεκαετίες), ἀλλά και τους προσκαλοῦν και τους θυμιάζουν στους δικούς τους ναούς και τους μνημονεύουν κανονικά και τους ψάλλουν το πολυχρόνιο, φανερώνοντας σαφῶς την ταυτότητα τῆς πίστεώς τους και την ἓνωσή τους με ὃλους τους αἱρετικούς πρᾶγμα ἂλλωστε που θέσπισαν ἐπίσημα με την παναιρετική ψευδοσύνοδό τους στην Κρήτη το 2016, ἰδρύοντας την πρώτη “ἐκκλησία” τοῦ ἀντιχρίστου].      

Πράξεις τῶν Ἀποστόλων: «Να προσέχετε λοιπόν τούς ἑαυτούς σας καὶ ὃλο τό ποίμνιο, στο ὁποῖο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο σᾶς ἔθεσε ἐπισκόπους, για να ποιμαίνετε τὴν Ἐκκλησία Τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, τήν ὁποία ἲδρυσε καί συντηρεῖ μέ τό ἲδιο Του τό αἷμα. Διότι ἐγώ γνωρίζω τοῦτο, ὃτι μετά τόν δικό μου ἐρχομό θά εἰσβάλουν σέ σᾶς (στην Ἐκκλησία), λύκοι φοβεροί πού δέν λυποῦνται τό ποίμνιο». (Πράξ. Κ΄ 28,29)

Καί: «Και ἀπό σᾶς τούς ἲδιους, θά ἐμφανιστοῦν ἂνθρωποι, πού θά διδάσκουν διεστραμμένα, γιά ν’ἀποσποῦν τούς μαθητές (τούς πιστούς) καί νά τούς κάνουν ὀπαδούς τους». (Πράξ. Κ΄ 30)

Πράξεις τῶν Ἀποστόλων:  “…ἐνῶ ὁ Παῦλος τοὺς ἔλεγε ἕνα λόγο: ὅτι καλῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ΄Ἅγιον εἶπε διὰ μέσου τοῦ προφήτη Ἠσαΐα πρὸς τοὺς πατέρες μας· «Πήγαινε σ’αὐτὸν τὸν λαὸ καὶ νὰ εἰπεῖς· Ἀκούγοντες θὰ ἀκούσετε ἀλλὰ δὲν θὰ καταλάβετε, καὶ βλέποντες θὰ  βλέπετε ἀλλὰ δὲν θὰ δεῖτε· διότι ἐπαχύνθη ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ κώφευσαν, καὶ ἔκλεισαν τὰ μάτια τους, γιὰ νὰ μὴ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους καὶ  ἀκούσουν μὲ τὰ αὐτιὰ καὶ καταλάβουν μὲ τὸν νοῦ τους καὶ ἐπιστρέψουν, καὶ τοὺς γιατρέψω».  (Πράξ. ΚΗ’ 23-27 ) Βλέπε ἀνάλυση περί αὐτῶν στην ἰστοσελίδα:   «Ἡ μαύρη ἐπέτειος τῆς 5ετίας ἀπό τη παναιρετική ψευδοσύνοδο  και ἡ σχέση της με τα “μπόλια”». https://maxomaiyperpistews.blogspot.com/2021/06/051-21621-5.html

Ὁ Ἃγιος Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος (α’αἰών) μ.Χ.: «Σᾶς παρακαλῶ δέ, ἀδελφοί, γιὰ το ὂνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, να λέγετε ὃλοι τὸ αὐτὸ, καὶ να μὴ ὑπάρχουν μεταξύ σας σχίσματα, ἀλλά νά εἶστε κατηρτισμένοι ἒχοντες τό αὐτό φρόνημα καὶ τήν αὐτή γνώμη» (Α΄ Κορ. α΄ 10) [σ.σ. Ὃταν ὃμως ὑπάρχουν κάποιοι μέ διαφορετικό φρόνημα καί ἂλλη γνώμη ἀπό τό Εὐαγγέλιο που δίδαξε ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, καί οἱ ἂλλοι Ἃγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Ἃγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, και διδάσκουν διεστραμμένα, (βλέπε προηγούμενο ἀπόφθεγμα, ὃπως εἶναι σήμερα οἱ παναιρετικοί οἰκουμενιστές καί οἱ ἂλλοι αἱρετικοί ἢ καί οἱ σχισματοαιρετικοί παλαιοημερολογῆτες),  τότε ὂχι μόνο δέν παρακαλάει ὁ Ἀπόστολος νά μένουν ἑνωμένοι οἱ πιστοί μέ τούς κακοδόξους, ἀλλά τούς ἀναθεματίζει, «ἀκόμα καί Ἂγγελος νά κατέβει ἀπ’τόν Οὐρανό ἢ καί ὁ ἲδιος, ὃταν διδάξουν ἂλλα, διαφορετικά ἀπό τό Εὐαγγέλιο πού τούς διδάσκει τώρα». (Γαλ’.Α’ 8) Καί ἀλλοῦ λέει: «Σᾶς παρακαλῶ δὲ ἀδελφοί, νά προσέχετε ἐκείνους πού δημιουργοῦν τίς διαιρέσεις καὶ τὰ σκάνδαλα ἀντίθετα πρός τή διδασκαλία, πού ἐσεῖς μάθατε, νά τούς σημαδεύετε καί νά φεύγετε μακρυά ἀπ’αὐτούς». (Ρωμ. ΙΣΤ’ 17-18)·Βλέπουμε λοιπόν πόσο ἀπέχουν οἱ παναιρετικοί οἰκουμενιστές ἀπό την διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου και τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,ὃταν διδάσκουν ὃτι ὃλες οἱ αἱρέσεις και οἱ θρησκεῖες μποροῦν να σώσουν τον ἂνθρωπο, ἀφοῦ κατ’αὐτούς ὁ Θεός εἶναι ὁ ἲδιος για ὃλους!!! Ἂς μᾶς ἀπαντήσουν μόνο σ’αὐτό το ἐρώτημα:Τότε γιατί να ἒρθει ὁ Χριστός στην γῆ και μάλιστα να πάθει και να Σταυρωθεῖ, ἀφοῦ και ὁ Βουδισμός που ἦταν 600 χρόνια π.Χ. μποροῦσε να σώσει τον ἂνθρωπο; Προκαταβολικῶς σᾶς λέμε ὃτι,  μην περιμένετε καμμία ἀπάντηση στην ἐρώτηση αὐτή, γιατί δεν ὑπάρχει ἀπό μέρους των!». 

Καί: «Σᾶς κάνω γνωστό δέ ἀδελφοί, ὃτι τό Εὐαγγέλιο πού κηρύχτηκε ἀπό μένα, δέν εἶναι ἀνθρώπινη ἐπινόηση. Οὒτε δέ ἐγώ τό παρέλαβα ἀπό ἂνθρωπο, οὒτε τό διδάχτηκα, ἀλλά μοῦ τό ἀπεκάλυψε ὁ Ἰησοῦς Χριστός». (Γαλ. α΄ 11-12)

Καί: «Ἀφοῦ λοιπόν ἒχουμε μεγάλον Ἀρχιερέα,… Τόν Ἰησοῦ Τόν Υἱό Τοῦ Θεοῦ,  ἂς κρατοῦμε στερεά τήν ὁμολογία». (Ἑβρ. δ΄ 14)

Καί: «Νά ἀγρυπνεῖτε (νά εἶστε σέ ἐγρήγορση), νά μένετε στερεοί στή πίστη, νά εἶστε ἀνδρεῖοι, δυνατοί. Ὃλα ὃσα κάνετε νά γίνονται μέ ἀγάπη».(Α΄ Κορ. Ιστ΄ 13)

Καί: «…Ὁ Σωτῆρας Θεός πού θέλει νά σωθοῦν ὃλοι οἱ ἂνθρώποι καὶ νά ἒλθουν σέ ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας». (Α΄ Τιμ. β΄ 4)

Καί: «αὐτές τίς θυσίες πού προσφέρουν τὰ ἔθνη, στούς δαίμονεςτίς προσφέρουν (θυσιάζουν) καὶ ὂχι στόν Θεό»(Α΄ Κορ. Ι΄ 20)

Καί: «Δεν εἶναι τίποτε τα παθήματα τῆς παρούσας ζωῆς μπροστά στη δόξα, που μέλλει να φανερωθεῖ σε μᾶς (στη Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν)». (Ρωμ. η΄ 18)

Καί: «ὁ λόγος Τοῦ Θεοῦ δεν δένεται (δεν περιορίζεται)». (Β΄ Τιμ. β΄ 9)

Καί: «Τίς δέ ἀσεβεῖς κενοφωνίες νά τίς ἀποφεύγεις. Αὐτοί δέ πού ἐπιδίδονται σ’αὐτές, θά προκόψουν περισσότερο στήν ἀσέβεια καί ἡ διδασκαλία τους θά ἐξαπλωθεῖ σάν τήν γάγγραινα». (Β΄ Τιμ. β΄ 16-17)

Καί: «Και ἐάν κάποιος δέν ὑπακούει στό λόγο μας, πού ἀπευθύνουμε μέ τήν ἐπιστολή, νά τόν σημειώνετε, καὶ νά μὴ τόν συναναστρέφεσθε, γιά νά ἒλθει σέ συναίσθηση καί νά συμμορφωθεῖ». (Β΄ Θεσ. γ΄ 14)

Καί: «Μ’αὐτό διακρίνονται (φανερώνονται) τά τέκνα τοῦ Θεοῦ ἀπ’τά τέκνα τοῦ διαβόλου. Καθένας πού δέν ἀσκεῖ τήν ἀρετή, δεν εἶναι ἀπ’τό Θεό, καθώς καὶ αὐτός πού δέν ἀγαπᾶ τὸν ἀδελφό του». (Α΄ Ιω. γ΄ 10)

Ὁ α’ Κανών τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐν Νικαία τοῦ 787: «Οἱ Ἱεροί Κανόνες εἶναι ἀπαύγασμα Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί πρέπει νά παραμένουν ἀναλλοίωτοι ὡς ἰσόκυροι τῆς Ἁγ. Γραφῆς». (Μ. Φώτιος, ΠΗΔΑΛΙΟΝ, Σ322-323)

Ὁ ζ’ Κανών τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐν Κωνστ/πόλει τοῦ 381: «Τοὺς προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σῳζομένων, ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν, καὶ συνήθειαν. Ἀρειανοὺς μὲν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν Τετραδίτας, καὶ Ἀπολλιναριστάς, δεχόμεθα διδόντας λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους, πρῶτον τῷ ἁγίῳ μύρῳ τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰς ῥίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα· καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν· Σφραγὶς δωρεὰς Πνεύματος ἁγίου. Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστάς, τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα καὶ χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις· (ἐπειδὴ πολλοί εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῶν Γαλατῶν χώρας ὁρμώμενοι), πάντας τοὺς ὑπ᾿ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα· καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους· εἶτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾷν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν». [Δηλαδή για να γίνει ἀποδεκτός ἓνας αἱρετικός, που θἐλει να ἐπιστρέψει μετανοημένος στην Ὀρθόδοξη Ἑκκλησία, πρέπει να ὑπογράψει Λιβέλλους ἀναθεματίζοντας τις πλάνες του, να κατηχηθεῖ ἀρκετό καιρό και τότε να βαπτιστεῖ].

Ὁ ζ’ Κανών τῆς ἐν Ἐφέσῳ Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 431 (α’μέρος): «….ὥρισε ἡ ἁγία σύνοδος, διαφορετική πίστη σέ κανέναν δέν ἐπιτρέπεται νά διαλαλεῖ, ἢτοι νά συγγράφει, ἢ συνθέτει, ἀπό αὐτή πού ἒχει ὁρισθεῖ ἀπό τούς  ἁγίους Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού συγκεντρώθηκαν στήν πόλη τῆς Νίκαιας σύν Ἁγίω Πνεύματι. Ὃσους δε τολμοῦν ἢ να συνθέττουν ἂλλη (διαφορετική) πίστη, ἢ να την προσκομίζουν, ἢ να την προσφέρουν (την κακοδοξία τους) σ’αὐτούς που θέλουν να ἐπιστρέφουν στην ἐπιγνωση τῆς ἀλήθειας ἢ ἀπό την εἰδωλολατρεία, ἢ ἀπό τον Ἰουδαϊσμό ἢ και ἀπό ὁποιαδήποτε αἳρεση, αὐτούς, ἐάν μεν εἶναι ἐπίσκοποι, ἢ κληρικοί, εἶναι (ἢδη) ἀποκομμένοι (ξένοι) ἀπό την ἐπισκοπή οἱ ἐπίσκοποι, και ἀπό τον κλήρο οἱ κληρικοί. Εάν δε εἶναι λαϊκοί, ἀναθεματίζονται…..» (βλέπε και ἀναφορά στο β’μέρος αὐτοῦ τοῦ Κανόνα, στο Β’ Μέρος αὐτῆς τῆς μελέτης, στην Ὑποσημείωση 3ι’ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου στα “Προλεγόμενα γενικά περί τῶν Κανόνων τοῦ Ἱεροῦ Πηδαλίου”).     

Ἐγκύκλιος τῆς Συνόδου τῶν Πατριαρχῶν τῆς ἀνατολῆς τοῦ 1848: «Κρατοῦμε την  ὁμολογία, που παραλάβαμε ἄδοληἀπό τέτοιους μεγάλους ἂνδρες, ἀποστρεφόμενοι κάθε νεωτερισμὸ που ὑπαγορεύει ὁ διάβολος· ὁ δεχόμενος νεωτερισμό, κατελέγχει ὡς ἐλλιπή τὴν κηρυγμένη ὀρθόδοξη πίστη». (Πρακτικά και Πράξεις Συνόδων (Mansi), Τόμος 40, «Ἐγκύκλιος τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς και Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» τοῦ 1848, παρ. 20, σελίς 411)

Ὁ Β’ Κανών τῆς ἐν Τρούλλω Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 692: «…..σε κανέναν δεν ἐπιτρέπεται να παραχαράσσει τοὺς προαναφερθέντες κανόνες, ἢ να τους ἀθετεῖ, ἢ να παραδέχεται ἂλλους (διαφορετικούς) ἀπό τοὺς προκείμενους κανόνες, που ἒχουν συντεθεῖ ψευδεπιγράφως ἀπό κάποιους, που ἐπιχείρησαν να καπηλευθοῦν τήν ἀλήθεια. Ἐάν δε κάποιος διαστρέψει κάποιον κανόνα ἀπό αὐτούς που προείπαμε  καινοτομῶν, ἢ ἐπιχειρῶντας να τον ἀνατρέψει, εἶναι ὑπεύθυνος κατὰ τὸν κανόνα αὐτόν ὃπως αὐτὸς διατάσσει...»

Ὁ Β’ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχεἰα Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 341: «…..δεν ἐπιτρέπεται (οἱ πιστοί) να ἐπικοινωνοῦν με ἀκοινώνητους, οὒτε να συνάγονται σε σπίτια συμπροσευχόμενοι με αὐτούς που δεν συμπροσεύχονται στην Ἐκκλησία,…...Ἐάν δε φανεῖ κάποιος ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος να ἀθετεῖ τον Κανόνα (πού διατάσσει να μη ἐπικοινωνεῖ κάποιος με ἀκοινώνητον), ὁμοίως και αὐτός να εἶναι ἀκοινώνητος, ἐπειδή συγχέει (ἀθετεῖ) τον Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας».  [Δηλαδήπαγορεύεται ρητά ἡ συμπροσευχή με ἀκοινώνητους και ἀφορισμένους (ὃπως οἱ σχισματικοί καί αἱρετικοί), ἀκόμη καί σε σπίτι].

Ὁ ΣΤ’ (6ος) Κανών τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Ἱερᾶς Συνόδου (343-381: «Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει». [Δηλαδή: Ἀπαγορεύεται ρητά να ἀφήνουν τούς αἱρετικούς νά μπαίνουν στούς Ὀρθοδόξους Ἱερούς Ναούς, ἐφόσον ἐπιμένουν στίς αἱρέσεις τους (Βλέπε και παραπάνω 65ον Ἀποστολικόν Κανόνα)].

Ὁ ΛΒ’ (32ος) Κανών τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Ἱερᾶς Συνόδου: «Ὅτι δεν πρέπει να παίρνουμε εὐλογίες ἀπό αἱρετικούς, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀλογίες περισσότερο και ὂχι εὐλογίες». [δηλαδή ἀπαγορεύεται αὐστηρά να δεχόμαστε εὐλογίες ἀπό αἱρετικούς διότι αὐτό συνιστᾶ μόλυσμα]. https://www.pentapostagma.gr/sites/default/files/styles/main/public/2020-05/oikoymenismos1.jpg?itok=1RjqJK24



Ὁ παναιρετικός οἰκουμενιστής “Γερμανίας”, δέχεται ἀπό τον αἱρετικό παπικόκαρδινάλιο “εὐλογία”,  κατά την ψευδογιορτή τοῦ οἰκουμενισμοῦ στην Γερμανία.

Ὁ ΛΓ’ (33ος) Κανών τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Ἱερᾶς Συνόδου: «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι». [Δηλαδή ἀπαγορεύεται ἡ συμπροσευχή με σχισματικούς ἢ αἱρετικούς].

Ὁ Λζ’ (37ος) Κανών τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Ἱερᾶς Συνόδου: «Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς». (Δηλαδή ἀπαγορεύεται να συνεροτάζουμε με αἱρετικούς (βλ. Θεοφάνεια στην Γερμανία) ἢ να ἀνταλλάσουμε θρησκευτικά δῶρα π.χ. εἰκόνες, κ.ο.κ.). [σ.σ. Πόσο μᾶλλον ἀπαγορεύεται αὐτονόητα ἡ βράβευση και ἀναγνώριση ἀλλήλων].

Ὁ Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (329-390) μ.Χ «διότι ὁ χριστιανισμός δεν χαρακτηρίζεται βάσει τῶν προσώπων, ἀλλά βάσει τῆς πίστεως»
(Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁ Ναζιανζηνός)

Καί: «Καί τρόπων μέτοχος, καί θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, την πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν διά τοῦτο τόν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καί τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, ἱερομάρτυς…... πρέσβευε Χριστῶ τῶ Θεῶ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν». (Ἀπολυτίκιον Ἱερομαρτύρων ἐμπνευσμένο ἀπό ρητό τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εἰς τον ΜέγανἈθανάσιον  P.G.35, 1089) [Ὃσοι μετέχουν στους (ὀρθόδοξους) τρόπους,  δηλαδή  κρατοῦν την ὀρθόδοξη πίστη, αὐτοί ἒχουν ἀληθινή διαδοχή].


Ὁ Ἃγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος (949-1022) μ.Χ.: «Οἱ καλοὶ ποιμένες εἶναι σπάνιοι, ἀληθινά και μάλιστα σήμερα, στο να σε ποιμένουν καλῶς και να λατρεύουν, ὡς καθοδηγητές  λογικῶν ψυχῶν»(Συμεὼν S. C. 104, 346).

Ὁ Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (1296-1359) μ.Χ.: «Αὐτοί που ἀνήκουν στην Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι στην ἀλήθεία καί αὐτοί που δεν εἶναι στην ἀλήθεια, οὒτε μέσα στην Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι».
(Ἅγῐος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς)

Καί: «διότι ἐμεῖς (οἱ ὀρθόδοξοι), δεν ἒχουμε μάθει να χαρακτηρίζουμε τον Χριστιανισμό βάσει τῶν προσώπων, ἀλλά βάσει τῆς ἀληθείας καί τῆς ἀκριβείας τῆς πίστεως». (Ἅγῐος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς)

Ὁ Ἃγιος Βασίλειος ὁ Μέγας (330-379) εἶπε: «ὁ ἄγγελος τῆς Ἐκκλησίας ἔφορος συναπῆλθεν ὑμῖν» [Δηλαδή, ὁ ἂγγελος φύλακας τῆς Ἐκκλησίας, ἒφυγε (ἀπό τον ναό αὐτόν ὃπου μνημονεύεται ὁ αἱρετικός ἐπίσκοπος), και ἦλθε μαζί μας, (με τους ἀποτειχισμένους). Και ἀφοῦ ἒφυγε ἀπό τον ναό ὁ φύλακας Ἂγγελος, ποιός μπῆκε μέσα; Δεν εἶναι δύσκολο κανείς να το καταλάβει. Ὁ διάβολος μπῆκε, γι’αὐτό και οἱ Ἃγιοι διατάσσουν σ’αὐτούς τους ναούς που μνημονεύεται αἱρετικός ἐπίσκοπος, οὒτε τον σταυρό μας δεν ἐπιτρέπουν να κάνουμε περνῶντας ἀπ’ἒξω. (βλέπε παρακάτω Ὃσιος Νεκτάριος τῆς Ὂπτινα)].

Ὁ Ἃγιος Βασίλειος ὁ Μέγας :  «Οἱ  σχισματικοί και οἱ αἱρετικοί δεν ἒχουν οὒτε βάπτισμα, οὒτε ἱερωσύνη, οὒτε Μυστήρια, οὒτε Θεία Χάρη». (Α΄ Ἱερός Κανών Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου)

Καί: «Το να ἐφησυχάζει κανείς ὃταν το κινδυνευόμενο εἶναι ἡ Πίστη, τοῦτο εἶναι ἲδιο με την ἂρνηση, το δε να ἐλέγχει εἶναι ὁμολογία εἰλικρινής». (Ἃγιος Βασίλειος ὁ Μέγας)

Ὁ Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Δ’αἰών): «Διότι ὃταν κάτι καινούργιο (στα δογματικά) ἐπεισέλθει, αὐτό συνεχῶς  θα γεννᾶ καινοτομίες· καὶ ἄπειρη ἡ πλάνη αὐτοῦ που βγῆκε ἀπό τὸλιμάνι τὸ εὔδιο (ἀπό την Ἐκκλησία), καὶ πουθενᾶ δεν θα σταθεῖ. Διότι πολύ περισσότερο θα προκόψουν στην ἀσέβεια, ἒχει εἰπωθεῖ, καὶ ὁ λόγος τους, σαν  γάγγραινα, θα τους ἐπιφέρει ἀποτελέσματα παιδεύσεως». (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Καί: «Ὅταν δὲ ὃλοι πιστεύουμε τα ἲδια, τότε ὑπάρχει ἑνότης μεταξύ μας». (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Καί: «Ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ αὐτοί που ἐπικοινωνοῦν μὲ αἱρετικοὺς». (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Καί: «Οὒτε το αἷμα τοῦ μαρτυρίου δεν μπορεῖ να ἐξαλείψει αὐτή την ἁμαρτία (τῆς αἱρέσεως ἢ τοῦ σχίσματος)». (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Καί: «Ὃταν βάλλεται ἡ Πίστη δεν θα καθήσεις στην ἡσυχία, ἀλλά ὁφείλεις να  πολεμήσεις ὑπέρ αὐτῆς». (Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος)

Ὁ Ἃγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας (περί το 298-373), ὁ «Στῦλος γεγονώς Ὀρθοδοξίας», θεωρεῖ προβληματική ὁποιαδήποτε Σύνοδο δέν συντελεῖ στήν ἐπίλυση εἴτε κάποιου ἐπείγοντος λειτουργικοῦ θέματος, εἴτε στήν καταδίκη κάποιας αἱρέσεως, καί προσθέτει: «Οἱ σύνοδοι ὅμως πού τώρα ὑποκινοῦνται ἀπό αὐτούς ποιά εὔλογη αἰτία ἔχουν; Ἄν μέν ἔχει προκύψει κάποια ἄλλη νεότερη αἵρεση [...] νά ποῦν ποιές εἶναι οἱ ἐπινοήσεις στήν ὁρολογία καί ποιοί οἱ εἰσαγωγεῖς της». (PG 26, 689a)

[Ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου δέν εἶχε οὔτε τήν ἀγάπη οὔτε τήν φώτιση γιά νά ἐπιλύσει τό παλαιοημερολογιτικό πρόβλημα· καί δέν καταδίκασε τίς αἱρέσεις τοῦ παπισμοῦ καί τοῦ προτεσταντισμοῦ ἤ πολύ περισσότερο τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος τίς περιλαμβάνει καί τίς ἀθωώνει ὅλες· δέν ἐπικύρωσε π.χ. οὔτε δέχθηκε ὡς 8η καί 9η Οἰκουμενική τίς σχετικές προηγηθεῖσες Συνόδους τοῦ 879-880 καί τῶν μέσων τοῦ 14ου αἰ. (Ἡσυχαστικές). Ταιριάζει σχετικῶς τό τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «Αὐτοί πού ἀπαξιώνουν τήν Σύνοδο πού ἔγινε ἐναντίον της [τῆς αἱρέσεως], δηλαδή ἐκείνην τῆς Νικαίας, τί ἄλλο θέλουν ἀπό τό νά ἐπικρατήσουν τά φρονήματα τοῦ [αἱρετικοῦ] Ἀρείου; Γιά ποιό ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἄξιοι λοιπόν παρά νά καλοῦνται Ἀρειανοί καί νά ἔχουν τό ἴδιο ἐπιτίμιο μέ ἐκείνους;» (PG 26,1032a).Ἑπομένως καί στήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὅπως καί σήμερα, «οἱ αἱρετικοί δέν ἐπιδίωκαν τήν καταδίκη τῆς Ὀρθοδόξου Α΄ (Οἰκουμενικῆς) Συνόδου τῆς Νικαίας, ἀλλά τήν σιωπηλή προσπέραση-ἀντικατάστασή της καί τοῦ Συμβόλου της ἀπό ἄλλη αἱρετική σύνοδο καί ἀπό διφορούμενο Σύμβολο Πίστεως». (Μ. Ἀθανάσιος PG 25,549a-c & 26,808d). [Καί ἐδῶ ἀντιστοίχως, ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου ὄχι μόνον ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νά καταδικάση τίς πρόσφατες αἱρέσεις, ἀλλά ἐπιπλέον τίς ὀνόμασε «ἐκκλησίες» καί ἔτσι διαρρήδην ἀποδεικνύεται ἐξ ἴσου αἱρετική!].

Ὁ Ἃγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος (1ος αἰών - 107 μ.Χ): «Να φέυγετε μακρυά ἀπό τις  αἱρέσεις διότι εἶναι ἐφευρέσεις τοῦ διαβόλου».(Ἃγ.Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος)

Καί: «ἐάν κάποιος φθείρει μέ κακοδοξίες τήν (Ὀρθόδοξη) πίστη τοῦ Θεοῦ, για την ὁποία ὁ Ἰησοῦς Χριστός σταυρώθηκε, αὐτός, ἒχει βρωμίσει τήν ψυχή του καί θά καταδικαστεῖ στήν φωτιά πού δέν σβήνει (στήν κόλαση), ὁμοίως καί αὐτός πού τόν ἀκούει (καί ἀποδέχεται τίς κακοδοξίες του)». (Ἅγ. Ἰγνάτιος ο Θεοφόρος)

Ὁ Ἃγιος Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λουγδούνων (Λυών) (περί το 140- 202) μ.Χ.:  μᾶς ἀναφέρει γιὰ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ὅτι «τόση μεγάλη εὐλάβεια εἶχαν οἱ Ἀπόστολοι και οἱ μαθητές των, ὣστε οὒτε με λόγο κοινωνοῦσαν με κάποιον ἀπό αὐτούς που παραχαράσσουν την ἀλήθεια (δηλ.τους αἱρετικούς)». (Ἑλληνικὴ Πατρολογία, Σειρὰ MPG, Τόμος 7, Ἅγιος Εἰρηναῖος, Κατὰ Αἱρέσεων, Βιβλίον Γ΄, Κέφ. 3, σελὶς 853-854)

Ὁ Ἃγιος Ἀμφιλόχιος Ἐπίσκοπος Ἰκονίου (περί το 339-394): προειδοποιεῖ κάθε Χριστιανό ὅτι αὐτός που ὑποπίπτει στό Ἐκκλησιαστικό ΑΝΑΘΕΜΑ ὑφίσταται τήν ἄµεση ἀπώλεια τῆς Θείας Χάρης: «Διότι ὃπως αὐτός που Βαπτίστηκε εἰς Χριστόν, ντύθηκε Τον  Χριστό, ἒτσι και ὃταν φύγει (με το ἀνάθεμα) ἀπό την Ἐκκλησία, ξεντύνεται Τόν Χριστό». (Κατά Ἀποτακτικῶν ἤ Γεµελλιτῶν7).

Ὁ Ἃγιος Κλήμης Α’ Πάπας Ρώμης (α’αἰών):  «…Ὁμοίως καὶ οἱ λαϊκοί, μὴ πλησιάζετε αὐτούς που ἒχουν δογματίσει ἀντίθετα με την γνώμη τοῦ Θεοῦ (τους αἱρετικούς), οὒτε να κοινωνεῖτε με την ἀσέβειά τους, διότι λέγει καὶ ὁ Θεός… “Ἀποσχισθῆτε (ἀποτειχιστεῖτε) ἀπό ἀνάμεσά τους, για να μὴ χαθεῖτε μαζί με αὐτούς….βγῆτε ἀπό ἀνάμεσά τους, καὶ ξεχωριστεῖτε, λέγει ὁ Κύριος, και ἐγώ θα σᾶς ἀποδεχθῶ”». (Ἃγιος Πάπας Κλήμης Α΄)

Καί: «….γι’αὐτό να φεύγετε μακρυά ἀπὸ τους φθοροποιούς ποιμένους». (Ἃγιος Πάπας Κλήμης Α΄)

Ὁ Ἃγιος Ταράσιος Πατριάρχης Κων/πόλεως ὁ Ὁμολογητής (730-806): «Ὁ ἅγιος Ταράσιος ποὺ στὴν ὑπόθεση τοῦ ὑπόδικου ἀξιωματικοῦ ἀφόρισε ἀμέσως τὰ ἀνάκτορα “μὲ ἐπιτίμια ἀπ’ τὴν Θεία Κοινωνία» λόγῳ καταπάτησης τοῦ ἱεροῦ ἀσύλου,  καθυστερεῖ νὰ πράξει τὸ αὐτὸ ἐναντίον τοῦ βασιλικοῦ ζεύγους, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης νὰ τοῦ παύσει τὴ μνημόνευση, ἂν καὶ ὁ πρῶτος ἦταν ἅγιος, ἄνθρωπος ἀρετῆς!  Καὶ ἡ παύση αὐτὴ γίνεται περίπου 65 χρόνια πρὶν τὴν σύνταξη τοῦ 15ου Ἱεροῦ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου”. “Ὁ βασιλιάς ἤθελε νὰ λάβει ἄλλη γυναίκα. Σκηνοθέτησε ὅτι ἤθελε νὰ τὸν δηλητηριάση ἡ βασίλισσα. Ὁ ἅγιος (Ταράσιος) ἐξήγησε ὅτι εἶναι πορνεία, δὲν γίνεται νὰ διαλυθῆ ὁ γάμος καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ κοινωνήση. Τότε θύμωσε ὁ βασιλιάς καὶ ἔδιωξε τὸν ἅγιο. Τότε τὸ 795 ἔδιωξε τὴν νόμιμη σύζυγό του τη βασίλισσα Μαρία καὶ διέταξε βιαίως νὰ τὴν κάρουν μοναχὴ καὶ ἐνυμφεύθη τὴν Θεοδότη, ἐξαδέλφη τοῦ ὁσίου Θεοδώρου Στουδίτου (Τὸν γάμο ἐτέλεσε ὁ ἡγούμενος Ἰωσήφ), ἀπειλοῦσε δέ, ὅτι ἐὰν ἀντιδράσει ἡ ἐκκλησία, θὰ ἐπαναφέρει τὴν εἰκονομαχία. Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης μὲ μοναχοὺς ἀντέδρασαν, ἒλεγξαν τὴν παρανομία, διέκοψαν τὴ μνημόνευση τοῦ Ταρασίου, διότι δὲν εἶχε ἀφορίσει τοὺς βασιλεῖς καὶ τὸν ἱερέα Ἰωσὴφ”». («ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ Περιληπτικὸν συναξάριον ὅλων τῶν Ἁγίων τοῦ ἒτους), Γέροντος Ἀλυπίου, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2020, σελ. 386-387)

Καί: Ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως καὶ Πρόεδρος τῆς Ζ΄. Οικουμενικῆς Συνόδου Ἅγιος Ταράσιος: «θεωρῶ τὸν πλανώμενον ἐν τὴ πίστει ὡς αἱρετικόν, μᾶλλον ἀπὸ τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία, ἀρνούμενος τὴν ἐπίσημη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, προβάλλει τήν ἲδια(του αἱρετικὴ)δοξασία ὡς τὴν σώζουσα ἀλήθεια καὶ ἑπομένως ἡ ἐπίσημη ὑπο τῆς Ἐκκλησίας ἀποκοπή (του, διά τοῦ ἀφορισμοῦ),ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία τυπικὴ πράξη», (Β. Ν. Γιαννόπουλος, Ἡ ἀποδοχὴ τῶν αἱρετικῶν κατὰ τὴν Ζ΄. Οἰκουμ. Σύνοδον ὑπ. 74, σ. 5).

Καί: «Διότι τό νά διαπράττει κάποιος μικρή ἢ μεγάλη ἁμαρτία στά δογματικά εἶναι τό ἲδιο καί τό αὐτό· ἐπειδή καί στά δύο, ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται». (Ἃγιος Ταράσιος)

Ὁ Ἃγιος Θεοφύλακτος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος και πάσης Βουλγαρίας (μέσα 11ου αἰώνα -1107):  «Διότι τότε ὑπάρχει ἀληθινή ἑνότητα τῆς πίστεως, τότε γνωρίζουμε (πνευματικά) τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὅταν καὶ στά δόγματα ὀρθοδοξοῦμε καὶ τὸν σύνδεσμο τῆς ἀγάπης συντηροῦμε. Διότι ἀγάπη εἶναι ὁ Χριστός».(Ἁγ.Θεοφυλάκτου Ἀχρίδος, PG 124, σελ. 1088Α: Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Ἐξήγησις).

Ἃγιος Ἰωσήφ, Πατριάρχης Κων/πόλεως (ΙΓ’αἰών): «Ἐκεῖνος πού διώκεται ἀπό αὐτούς πού φαίνεται ὅτι εἶναι ὁμόπιστοι, λόγῳ τῆς ὑγιοῦς πίστεως, θά ἔχη μεγαλύτερο στεφάνι ἀπό αὐτόν πού μαρτυρεῖ ἀπό εἰδωλολάτρη». (Ἅγιος Ἰωσήφ, Πατριάρχης Κων/λεως)

Ὁ Ἃγιος Μάρκος Ἐπίσκοπος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός (1392-1445):  «Ἡ γνώμη μου εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅποιος θὰ μνημονεύση τὸν Πάπα ἢ θὰ ἔχη κοινωνία μὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν μνημονεύουν ἢ θὰ συμβουλεύση ἢ θὰ παραινέση κάποιον νὰ μνημονεύση, θὰ τὸν θεωρήσω ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ ἁγία καὶ μεγάλη σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ λατινικὸ δόγμα καὶ κατεδίκασε ὅσους τὸ πίστεψαν, τὸν Βέκκο δηλαδὴ καὶ τοὺς ὁμόφρονές του. Ἔπειτα δὲν θεωρῶ μικρὸ πράγμα τὸ μνημόσυνο τοῦ Πάπα ἢ ὁποιουδήποτε ἐπισκόπου. Ἄλλωστε ἡ πνευματικὴ κοινωνία τῶν ὁμοδόξων καὶ ἡ τελεία ὑποταγὴ πρὸς τοὺς γνήσιους ποιμένες ἐκφράζεται μὲ τὸ μνημόσυνο. Οἱ σύνοδοι καὶ οἱ ἄλλοι Πατέρες ὁρίζουν ὅτι: αὐτῶν ποὺ ἀποστρεφόμεθα τὸ φρόνημα πρέπει νὰ ἀποφεύγωμε καὶ τὴν κοινωνία. καὶ ὅλα τα σχετικὰ ποὺ γνωρίζετε ὅτι ὁρίζουν. Πάνω ἀπ' ὅλα ὅμως ὁ Κύριός μας λέγει: «Ἀλλοτρίω δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ' αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνὴν» (Ἰω. ι', 5)

Ὁ Πανόσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὁ Ὀμολογητής (759-826):  «Τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποτελοῦν οἱ πολλοί, ἀλλά ἐκείνοι πού φυλάσσουν τήν ὀρθή καί σωτήρια τῆς Πίστεως Ὀμολογία, ἒστω και ἂν εἶναι λίγοι». (Ἃγιος Θεόδωρος Σουδίτης.)

 Ὁ Ἃγιος Ἰννοκέντιος Ἰεραπόστολος τῆς Ἀλάσκας (26/8/1797-31/3/1879): Και ὁ Ἃγιος Ἰννοκέντιος, στὸ μικρὸ ἀλλὰ περίφημο ἔργο του «Ὑπόδειξη τοῦ δρόμου πρὸς τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» στο κεφ.  γ'. "Πῶς μποροῦμε ν' ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα", (*) λέγει: «Πρὶν μιλήσουμε γιὰ τὸ πῶς μποροῦμε ν' ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι Αὐτὸ δίνεται μόνο στοὺς ἀληθινὰ πιστούς. Καὶ ἀληθινὰ πιστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὁμολογεῖ σωστὰ τὴν ἁγία ὀρθόδοξη πίστη, χωρὶς καμιὰ πρόσθεση ἢ ἀφαίρεση ἢ ἀλλοίωση, ὅπως μᾶς τὴν παρέδωσαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καὶ ὅπως τὴ διατύπωσαν καὶ τὴν ἐπικύρωσαν οἱ ἅγιοι πατέρες στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Κάθε ἀμφιβολία ἡ σόφισμα σὲ θέματα πίστεως εἶναι ἀνυπακοή. Καὶ ὁ ἀνυπάκουος δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει ναὸς καὶ κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Ὁ Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως ὁ Θαυματουργός (1846-1920):  «Ἡ ἐξωτερικὴ ἀκοινωνησία (ἀπό τους αἱρετικούς και σχισματικούς), προστατεύει ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ἀλλοτριότητα». (Ἁγίου Νεκτάριου Αἰγίνης, Περὶ σχέσεως μὲ αἱρετικοὺς, ἔκδ. Παναγόπουλος).

Καί: «Ἡ Ἱερά Παράδοση, ἂποτελεῖ πηγή τῶν ἀληθειῶν τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἰσότιμη με τον θείο γραπτό λόγο». (Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως).

Καί: «Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἒχουν και ἂλλα ἰδιάζοντα προσόντα. Και πρῶτο εἶναι ἡ ἀειζωΐα τους και ἀθανασία, ἑπομένως το να ὑπάρχουν πάντοτε και το να ἒχουν πάντοτε κῦρος· διότι συγκροτήθηκαν με την ἐνέργεια και χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος και κανόνας τους εἶναι το ἀπόλυτο ἀγαθό και ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια, τα ὁποῖα διαμένουν στον αἰώνα». (Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως).

Ὁ Ὃσιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης (6ος αἰών -609) διδάσκει: «Ὃτι δεν πρέπει να κοινωνεῖ κανείς με κάθε ἓναν που εὑρίσκεται ἐκτός τῆς Καθολικῆς (Ὀρθοδόξου) Ἐκκλησίας, ὁ θεῖος Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει λέγοντας: “Ἓνας Κύριος, δηλαδή ὁ ἀληθής Κύριος, μία πίστη, δηλαδή ἡ εὐσεβής”. Γιατί οἱ ὐπόλοιπες δεν εἶναι πίστεις, ἀλλά θνήξεις. Δηλαδή, ὅπως τό νά ἐγκαταλείψει ὁ σύζυγος τήν γυναῖκα του καί νά προσκολληθεῖ σέ ἄλλη, αὐτό δέν εἶναι γάμος, ἀλλά πορνεία. Πολύ περισσότερο θα πρέπει να φυλάξουμε την σωφροσύνη μας, και να μην χωριστοῦμε ἀπό την ἁγία ἀμίαντη σύζυγο,  την Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ». (Ἀναστασίου Σιναϊτου,‘Ερώτησις ριγ.PG 89,765). [Ἒτσι ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τούς χριστιανούς ἐκείνους πού ἐγκαταλείπουν τήν ἀμίαντη Νύμφη, χωρίζονται δηλαδή ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί ἑνώνονται μέ ἄλλη «σύζυγο», δηλαδή ἐπικοινωνοῦν μέ τό σχίσμα καί τήν αἵρεση. Ἀγαπητοί ἀδελφοί. Ἀς προσέξωμεν τά παραπάνω λόγια τοῦ Ἁγίου ‘Αναστασίου τοῦ Σιναϊτου. Εἶναι πολύ ἐπίκαιρα γιά τούς χριστιανούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, προπάντων γιά τούς σημερινούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ὑγειές Ὀρθόδοξο ἐκκλησιολογικό φρόνημα, καί δέν διακρίνουν μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί κακοδοξίας. μεταξύ ἀληθείας καί ψεύδους, μεταξύ φωτός καί σκότους. Καί τοῦτο γιατί ἐάν θέλουν νά εἶναι γνήσια μέλη τῆς Καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, δέν μποροῦν νά εἶναι παραλλήλως καί μέλη τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν παρασυναγωγῶν, διότι οἱ αἱρετικές ἤ σχισματικές παρασυναγωγές εὑρίσκονται ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἐκτός τῆς ‘Εκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία. Εἶναι φοβερό τοῦτο καί ἀποτέλεσμα τῆς ἐκκλησιολογικῆς συγχύσεως τῶν ἡμερῶν μας, καί τῆς ἐπιρροῆς τοῦ οἰκουμενιστικοῦ πνεύματος. Εἶναι καί λυπηρό, διότι εἶναι τόσον ἁπλά τά πράγματα καί αὐτοί δέν θέλουν νά τό κατανοήσουν. Προτιμοῦν τό σκοτάδι, παρά τό φῶς. Προτιμοῦν τό οἰκουμενιστικόν ψεῦδος, παρά τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Δηλαδή οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ποτέ δέν κατενόησαν τί σημαίνει Ὀρθοδοξία καί τί σημαίνει κακοδοξία. Ποτέ δέν κατενόησαν, ὅτι ἡ μόνη Κιβωτός σωτηρίας εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία, που εὑρίσκεται ἐκεῖ ὃπου ὁμολογεῖται ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως].

Καί: «Ἒχουμε διδαχθεῖ νά μἠ δίνουμε σημασία στά θαύματα, ὃταν αὐτός πού τά ἐνεργεί, διδάσκει ἀντίθετα πρός τήν εὐσέβεια».  (Ἃγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναϊτης)

Ὁ Ὃσιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής (580-662): «αὐτοὶ ποὺ δὲν ὁμολογοῦν ὀρθόδοξη πίστη δὲν εἶναι στὴν Ἐκκλησία». (Ἃγιος Μάξιμος ὁ Ὀμολογητής)

Καί: «...διαφορετική πίστη σε κανέναν δεν ἐπιτρέπεται να προσφέρει, ἢτοι να συγγράφει ἢ να συνθέτει, ἢ να φρονεῖ, ἢ να διδάσκει τους ἂλλους...». (Ἃγιος Μάξιμος ὁ Ὀμολογητής)

Οἱ Ὃσιοι ὁμολογητές Θεόδωρος και Θεοφάνης οἱ Γραπτοί (778-845): «… Ἐμεῖς ἀπορρίψαμε τὶς προτάσεις του μὲ πεῖσμα καὶ εἴπαμε, ὅτι εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ὑπομείνουμε μυρίους θανάτους. Εἴπαμε ἀκόμη, ὅτι δὲν θὰ μολυνθοῦμε ποτὲ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία ἢ ἔστω μὲ τὴν ἁπλὴ συμφωνία μὲ ὅσους ἀθέτησαν τὴν πίστη καὶ τὴν ὁμολογία τῶν Χριστιανῶν, ἔστω καὶ ἂν μᾶς βγάλουν τὰ μάτια ἢ κάψουν στὴ φωτιὰ τὰ σώματά μας…   (Οἱ ἀγῶνες τῶν Μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, σελ. 200)

Καί: Ὁ ἔπαρχος ἄρχισε πάλι νὰ μᾶς κολακεύει καὶ εἶπε: «μία μόνο, μία φορὰ κοινωνῆστε μαζί μας καὶ δὲν ἀπαιτοῦμε τίποτε ἄλλο. Θὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ μαζί σας στὴν ἐκκλησία καὶ ἔπειτα πηγαίνετε ὅπου σας ἀρέσει».Ἐγὼ γέλασα καὶ τοῦ εἶπα: «Κύριε ἔπαρχε, αὐτὸ ποὺ λέγεις εἶναι ὅμοιο μὲ τὸ νὰ μᾶς ἔλεγε κανεὶς γιὰ κάποιον ἄλλο λόγο ὅτι: δὲν σοῦ ζητῶ τίποτε, παρὰ μόνο μία φορὰ νὰ σοῦ κόψω τὸ κεφάλι καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸ πήγαινε ὅπου θέλεις. Γνώριζε λοιπὸν ὅτι σὲ μᾶς εἶναι ντροπὴ ἀκόμη καὶ τὸ νὰ τολμᾶ κάποιος νὰ μᾶς προτρέπει νὰ ἔλθουμε σὲ κοινωνία, σὰν αὐτὴ ποὺ ἐσὺ τώρα –ἄγνωστο γιατί- μᾶς προσκαλεῖς, καὶ νὰ μὴν εἶναι ἀπὸ πολὺ νωρίτερα πεπεισμένος, ὅτι εἶναι εὐκολότερο νὰ κάνει ἄνω κάτω τὴν γῆ καὶ τὸν οὐρανό, παρὰ νὰ μεταβάλλει ἐμᾶς ἀπὸ τὴν εὐσέβεια”. (Οἱ ἀγῶνες τῶν Μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, σελ. 201)

Ὁ Ὁσιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής (Δ’ αἰώνας) (μιλεῖ για την ἄγνοια): «ἡ ἀμέλειά μας νὰ γνωρίσουμε τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔφερε σὲ ραθυμία, καὶ αὐτὴ μᾶς παρέδωσε στὴ λησμοσύνη, ἀπὸ τὴν ὁποία κυριάρχησε πάνω μας ἡ ἄγνοια»(*) βλ.ἑπό

Καί: «ἀπ’ὅλα τὰ κακά, πρώτη εἶναι ἡ ἄγνοια, δεύτερη ἡ ἀπιστία». (Ἁγ.Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ-226 κεφ. «Περὶ αὐτῶν ποὺ νομίζουν ὅτι δικαιώνονται ἀπὸ τὰ ἔργα τους»).[Δηλαδή ἡ ἄγνοια δεν ἀθωώνει οὔτε χαριτώνει καὶ ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἐντελῶς ἀθεολόγητα καὶ ἀδογμάτιστα, διδάσκουν μερικοί, ἀλλὰ ἀντίθετα χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ αὐτὴ εἶναι ποὺ εὐθύνεται γιὰ τὴν αἵρεση καὶ τὴν πλάνη, ἀφοῦ ἡ ἄγνοια εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ἐργαλεῖα τοῦ διαβόλου]. (βλέπε και ἰστοσελίδα: https://maxomaiyperpistews.blogspot.com/2020/10/normal-0-false-false-false-el-x-none-x.html)

ὉὋσιος Παχώμιος ὁ Μέγας (292-348): «Να μην ἒχετε καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία με τους ὁπαδούς τῶν αἱρέσεων τοῦ Ὡριγένους, τοῦ Μελετίου, τοῦ Ἀρείου και τῶν λοιπῶν χριστομάχων». (Β.Ε.Π.Ε.Σ. τόμος 40, σελ. 281)

Ὁ Ὃσιος Μαρκιανός (Ε'αἰῶνας): Μέγας Μαρκιανός προσπάθησε ἀρκετές φορές χρησιμοποιώντας πολλά ἐπιχειρήματα να ἐπαναφέρει στη συμφωνία τῆς Ἐκκλησίας τον γέροντα Ἀβραάμη (διότι ἒτσι τον ὀνόμαζαν οἱ ντόπιοι). Ἐπειδή ὃμως τον ἒβλεπε να ἀπειθεῖ, διέκοψε φανερά πλέον την ἐκκλησιαστική κοινωνία μαζί του. Τελικά ἀφοῦ πέρασε καιρός, ὁ θεσπέσιος ἐκεῖνος ἂνδρας ἀπέβαλε την ἀξιόμεμπτη συνήθεια και ἀσπάσθηκε την συμφωνία τῆς θείας ἑορτῆς(Φιλόθεος Ἱστορία, P.G. 82, 1336B-D). 

Ὃ Ὁσιος Ὑπάτιος (Δ'αἰώνας): «Ἀφοῦ πληροφορήθηκε ὁ Ὑπάτιος, ὅτι ὁ Νεστόριος ἒπεσε σε αἳρεση, ἀμέσως ἒβγαλε ἀπό τα δίπτυχα τῆς Ἁγίας Προθέσεως τοῦ Ἀποστολείου (τοῦ ναοῦ) το ὄνομά του, για να μη ἀναφέρεται κατά την προσκομιδή. Ὃταν ἒμαθε αὐτό ὁ εὐλαβέστατος Εὐλάλιος, καταλαβαίνοντας ποῦ μποροῦσε να ὀδηγηθεῖ αὐτή ἡ κατάσταση, ἐπειδή την πόλη την κυβερνοῦσε ὁ  Νεστόριος, λέγει στον Ὑπάτιο: Γιατί ἒβγαλες το ὄνομά του, ἀφοῦ δεν γνωρίζεις ἀκόμα το ἀποτέλεσμα;(προφανῶς τῆς Γ’Οἰκουμενικῆς Συνόδου που τον ἒκρινε και τελικῶς τον καταδίκασε). Ὁ δε Ὑπάτιος εἶπε:Ἐγώ ἀφ’ὃτου γνώρισα ὃτι μιλάει αἱρετικά κατά τοῦ Κυρίου μου, δεν  κοινωνῶ με αὐτόν, οὔτε ἀναφέρω το ὄνομά του. Γιατί ἐκεῖνος δεν εἶναι ἐπίσκοπος. Τότε λέγει ὁ ἐπίσκοπος με ὀργῆ: “πήγαινε, διόρθωσε αὐτό που ἒκανες, εἰδ’ἂλλως θα κάνω κάτι ἐναντίον σου”.Ὁ δε Ὑπάτιος ἀπεκρίθη: ὅ,τι  θέλεις κάνε ἐναντίον μου, γιατί ἐγώ ὑπολογίζοντας ὃτι θα πάθω τα πάντα, ἒκανα αὐτά που ἒκανα…»  (Αcta Sanctorum, Nov./B, page 267) [σ.σ.Ἐδῶ (και σε ἂλλα ἀποφθέγματα ἁγίων Πατέρων - ὑπάρχει συμφωνία Ἁγίων), ἀλλά και στον Κανόνα τῆς Ἀποτειχίσεως, τον 15ο τῆς Α’και Β’ Συνόδου,   ἀνατρέπεται ἡ κακοδοξία ὃσων λένε ὃτι τα Ἃγια Μυστήρια εἶναι ἂκυρα ἂνευ τῆς μνημονεύσεως τοῦ οἰκείου ἢ ἂλλου ἐπισκόπου. Ἐδῶ, ὁ Ἃγιος, Λειτουργοῦσε χωρίς να μνημονεύει τον οἰκεῖο του ἐπίσκοπο Κων/πόλεως Νεστόριο, που δεν εἶχε ἀκόμα κριθεῖ ἀπό Σύνοδο, και δεν  ἀναφέρεται πουθενά ὃτι ὁ Ὃσιος μνημόνευε κάποιον ἂλλο ἐπίσκοπο (πρᾶγμα που ἂν συνέβαινε, θα ἒπρεπε στον παραπάνω διάλογο να εἶχε ὁπωσδήποτε ἀναφερθεῖ. Ἐπίσης γνωρίζουμε ὃτι οἱ ἐπτά (7) ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὂρους και ὁ Ἱερέας που Λειτουργοῦσε τότε στο κελί τοῦ Ἁγιασμένου Γέροντα  Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου,  που εἶχαν ἀποτειχισθεῖ ἀπό τον μεγάλο οἰκουμενιστή και μασόνο “Πατριάρχη” Kων/πόλεως Ἀθηναγόρα, τελοῦσαν την Θεία Λειτουργία και τα ἂλλα Μυστήρια, χωρίς να μνημονεύουν κανένα ὄνομα ἐπισκόπου. Μήπως και αὐτῶν τα Μυστήρια ἦσαν ἂκυρα, ἐπειδή δεν μνημονευόταν ὁ παναιρεσιάρχης και μασόνος ἀρνητής και ἐχθρός  τοῦ Χριστοῦ Ἀθηναγόρας;]

Ὃσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809):‘‘Ἂν ὁ προεστώς σου εἶναι σφαλερός εἰς την πολιτείαν και τα ἒργα του, μη περιεργάζεσαι. Ἂν ὃμως εἶναι σφαλερός κατά την πίστη φεῦγε και παραίτησέ τον, ὂχι μόνον ἂν εἶναι ἂνθρωπος, ἀλλά κἂν ἂγγελος εἶναι ἀπό τον οὐρανό’’ (Περί συνεχοῦς Μεταλήψεως σελ.157).

Καί: Μιμητές τοῦ Ἰούδα εἶναι ὃσοι για τον  φόβο τῶν ἀνθρώπων, ἀρνοῦνται τα δόγματα τῆς Πίστεως, τους Ἀποστολικούς, Συνοδικούς Κανόνες και τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας’’. (Ἑρμηνεία τῆς Θ’Ὡδῆς)

Καί: «….Ἐμᾶς (τους Ὀρθοδόξους) δεν μᾶς ἐνδιαφέρει  τι εἶπαν ἢ τι ἐφρόνησαν μερικοί Πατέρες (ὃταν ἐννοεῖται λέγουν ἀντίθετα ἀπ’την Ἱερά Παράδοση), ἀλλά τι λέγει ἡ Γραφή και ἡ συμφωνία τῶν Πατέρων και τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων και ἡ κοινή γνώμη (δοξασία) τῶν Πατέρων. Διότι δεν ἀποτελεῖ δόγμα ἡ γνώμη μερικῶν ίγων) στην Ἐκκλησία». (Πηδάλιον Ε’Ἀποστολ.Κανών, Συμφωνία ὑποσημ.1)

Καί: «Ἐάν ὅμως ὁ λόγος καί ἡ ὑπόθεσις εἶναι περί πίστεως καί τῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας μας, τότε καί ὁ πλέον εἰρηνικός καί ἠσύχιος πρέπει νά πολεμεῖ ὑπέρ αὐτῶν». (Ἁγ.Νικόδημος).

Καί: «Πλὴν μὲ ὅλα αὐτά, πού λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι τόσο ἀληθινό, ἀλλά και τόσο φοβερό. Διότι λέγει, ὅτι ἐκεῖνο που θα ἀφιερωθεῖ στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἕως τότε ἔχει τὴν τιμὴ ὡς ἅγιο, ἕως ὅτου φυλάσσεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σε αὐτό. Γι’ αὐτό, καὶ ὁ οἶκος ἐκεῖνος καὶ ναὸς (τοῦ Σολομῶντος) στην Ἱερουσαλὴμ ἀφέθηκε ἔρημος ἀπό την Θεία χάρη, κατὰ τὸ λόγιο τοῦ Κυρίου· “ἰδοὺ ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος” (Ματθ. ΚΓ’28),  ἐπειδή δέν ἐφυλάττετο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτόν, πού εἶναι τό ἲδιο μέ τό νά πεῖ κάποιος, ἐπειδή δέν τό ἐφύλαγαν (τό θέλημα τοῦ Κυρίου) αὐτοί οἱ ἱερεῖς πού τόν λάτρευαν·» (Πηδάλιο Ἁγίου Νικοδήμου σελ. 203,204)

Ὁ Ὃσιος Μελέτιος ὁ Ὁμολογητής (1206-1283 μ.Χ.): «Μη ὑπακούετε σε μοναχούς, οὒτε σε ἱερεῖς, σε ὃσα κακῶς σᾶς συμβουλεύουν να φρονῆτε (να πιστεύετε). Και τι λέγω σε μοναχούς και σε ἱερεῖς; Οὒτε σε ἐπισκόπους να ὑπακούετε, σε ὃσα με δόλιο τρόπο σᾶς παρακινοῦν να κάνετε, να λέγετε και να πιστεύευτε κακῶς (διαφορετικά ἀπό την Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας). Οἱ ὁποῖοι, ἂν και ἒχουν ἀποκτήσει μόρφωση εὐσεβείας, ὃλη την δύναμή της την ἒχουν ἀρνηθεῖ…..στους ὁποίους δεν πρέπει να πείθεσθε, ἀκόμα και (πνευματικοί) ποιμένες σας ἂν εἶναι, ἀλλά και οὒτε ποιμένες να τους ἀποκαλεῖτε, αὐτούς που λυμαίνονται και καταστρέφουν την ποίμνη τοῦ Χριστοῦ, και δεν διαφυλάττουν τοὺς ὅρους τῆς ἀρχιερωσύνης (δηλαδή τις ὑποσχέσεις που ἒδωσαν ὃταν χειροτονήθηκαν και εἰδικά σε θέματα πίστεως)». (Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Σπύρου, Ἡ Ἀποτείχισίς μου, Σπέτσες 2008 ἐσώφυλλο).

Ὁ Ὃσιος Αὐξέντιος (Ε’αἰώνας): «...Ἀργότερα, ὅταν πάλι ὁ βασιλεύς ἔστειλε ἀνθρώπους και τοῦ ἔφεραν τον Ὅσιο, τον ρωτοῦσε ἄν συμφωνεἶ με την «ἁγία Σύνοδο» και κοινωνεῖ με την «ἐκκλησία». Ὁ δε μακάριος εἶπε: «Πῶς μπορῶ να κοινωνήσω, ἐάν δεν ὁμολογῆται ἀπό τη Σύνοδο, ὅτι ἡ Ἀειπάρθενος εἶναι πράγματι Θεοτόκος;» Τότε εἶπε ὁ βασιλεύς: «Ἐάν λοιπόν ἐξετάσης τα ὅσα ἡ Σύνοδος ἐπικύρωσε και ἐνέκρινε με καλό τρόπο για να ἀνατρέψη τις ὑπόλοιπες αἱρέσεις, θα συμφωνήσης και ἐσύ;» Τότε ἀπήντησε ὁ μακάριος: «Ἐάν ἡ Σύνοδος δεν ἐπιχείρησε να πράξη κάτι πού να ἀνατρέπει το Σύμβολο τῶν τριακοσίων δεκαοκτώ Πατέρων τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, ἀλλά ἀνεκήρυξε με τέλειο τρόπο την Οἰκονομία τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ και δεν ἀφαίρεσε το ὄνομα Θεοτόκος ἀπό την Παρθένο Μαρία, τότε κοινωνῶ ἀμέσως και συμφωνῶ μαζί της, εὐχαριστῶντας τον Θεό και την εὐσέβειά σου». (Ὁσίου Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ, P.G. 114, 1405D-1409B)

Ὁ Ὃσιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος (περί το 305-373): «Καύχημα καί ἔπαινος καί σωτηρία τῶν Χριστιανῶν εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστης, καί τό νά μή συμφωνεῖ κανεῖς καί νά μή γίνεται φίλος μʹ αὐτούς πού φρονοῦν τά ἀντίθετα, ἀλλά νά τηρεῖ τήν ἐντολή καί τήν παρακαταθήκη ᾄσπιλη, ἄψογη καί ἀνόθευτη ἀπό κάθε αἵρεση, ὥς τήν παρουσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ».

Καί: (Εἶναι φοβερός ὁ λόγος τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ περί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου):“Ἀλίμονο σε ὃσους μολύνουν την Πίστη με αἱρέσεις και συγκαταβαίνουν στους αἱρετικούς. Εἲτε αὐτοί εἶναι λαϊκοί, ἢ πολύ περισσότερο κληρικοί”.

Καί: «Λοιπόν δεν πρέπει (τους αἱρετικούς) να τους ἀγαπᾶμε, οὒτε νασυναναστρεφόμαστε μαζί τους, οὒτε να συμπροσευχόμαστε, οὒτε να συντρώγουμε, οὒτε να τους φιλοξενοῦμε σε σπίτι, οὒδὲ να τους χαιρετᾶμε». (Ἃγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος)

Ὁ Ὃσιος Θεοφάνης ὁ Ἒγγλειστος:  Ἀλλά ἂν ἒχεις ἢδη ἐγκαταλήψει την ὑγιῆ διδασκαλία, τότε τι δουλειά ἒχεις με το τι γίνεται στην Ἐκκλησία ἀπό αὐτούς που δεν την ἒχουν ἐγκαταλήψει;(την ὑγιῆ διδασκαλία;)Και μόνον ἀπό το ἲδιο το γεγονός ὃτι ἒχεις συλλάβει μία διαφορετική ἂποψη για τα πράγματα ἀπό ἐκείνη που τηρεῖται στην Ἐκκλησία, ἒχεις ἢδη διαχωρίσει τον ἑαυτό σου ἀπό την Ἐκκλησία. Δεν εἶναι ἡ καταγραφή στους βαπτισματικούς καταλόγους που καθιστᾶ κάποιον μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά το πνεῦμα και το περιεχόμενο τῶν ἀπόψεών του. Εἲτε ἡ διδασκαλία σου και το ὂνομά σου προφέρονται σαν να εἶναι ὑπό το ἀνάθεμα εἲτε ὂχι, ἢδη ὑπόκεισαι σε αὐτό, ὃταν οἱ ἀπόψεις σου ἀντιτίθενται σε ἐκεῖνες τῆς Ἐκκλησίας, και ὃταν ἐπιμένεις σ’αὐτές. Εἶναι φοβερό το ἀνάθεμα. Ἐγκατέλειψε  τις  κακές σου ἀπόψεις. Ἀμήν”.  

Καί: «...την παρακαταθήκη (την παραδοθεῖσα πίστη) να φυλάττεις. Να φυλάγεσθε ἀπό τούς ψευδοδιδασκάλους. Ὃσους δέν συμφωνοῦν μ΄ αὐτά πού διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, νά τούς ἀπομακρύνετε, ὁποιαδήποτε θέση και ὀποιουσδήποτε τίτλους κι’ ἂν κατέχουν» (Ἃγιος Θεοφάνης ὁ Ἒγκλειστος)

Ὁ Ἃγιος Ἀθανάσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1230-1310 μ.Χ.):  «Στὴν ἀρχὴ λοιπὸν προσπαθεῖ (ὁ ἐπίσκοπός του Γάνου ὅρους) μὲ τὸ καλὸ καὶ τὶς κολακεῖες νὰ τοὺς καταπείσει καὶ νὰ τοὺς ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν εὐσέβεια καὶ τὸ ὀρθὸ δόγμα τῶν Χριστιανῶν. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ προσβολὲς του ἀποκρούσθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀλύγιστους καὶ γενναίους ὑπερασπιστὲς τῆς εὐσεβείας καὶ ἔχασε κάθε ἐλπίδα, ἀποκαλύπτει τότε τὸ σχέδιό του. Δοκιμάζει λοιπὸν μὲ τὶς ἀπειλὲς νὰ φοβερίσει τὸν λέοντα, ἀπειλῶντας τον μὲ ψευδῆ φόβητρα. Στὴν συνέχεια ἀπαιτοῦσε ἀπὸ αὐτοὺς νὰ συμμετάσχουν μαζί τους τουλάχιστον στὴν προσευχὴ πρὸ τῆς τραπέζης καὶ νὰ φάγουν ἀπὸ τὸ κοινὸ φαγητό. Ὅταν ὅμως ὁ μανιώδης ἐκεῖνος ἀρχιερεὺς εἶδε, ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν καὶ  σὲ αὐτὸ ἀνένδοτος καὶ παρουσίαζε στὴ συζήτηση τὸν (I’) ἀποστολικὸ κανόνα ποὺ λέγει ὅτι:  “ἐὰν κάποιος συμπροσευχηθεῖ μὲ ἕναν ἀκοινώνητο ἔστω καὶ μέσα σὲ σπίτι, νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς ἀκοινώνητος” . τότε δὲν μπόρεσε πλέον νὰ ἀντέξει τὴν ἀπτόητη καὶ θαρραλέα εὐθύτητα τοῦ μεγάλου Πατρός».  (Καλοθέτου, Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἠμῶν Ἀθανασίου, σeλ. 478-480) (Στὴ παροῦσα πηγή, μπορεῖ κανεὶς νὰ θαυμάσει τὴν ἀκρίβεια  καὶ τὴν εὐαισθησία στὰ θέματα τῆς πίστεως ποὺ εἶχαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Δὲν δέχονταν οὔτε νὰ συνδειπνήσουν μὲ αἱρετικούς! Τι θὰ ἔλεγαν στοὺς σημερινοὺς ἐπισκόπουςποὺ ὀργανώνουν πανάκριβες φιέστες καὶ δεξιώσεις γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦν τὸν «πάπα» καὶ κάθε εἴδους αἱρετικό; Τι θ ἔλεγαν σὲ αὐτοὺς ποὺ διατυμπανίζουν τὴν οἰκονομία καὶ τὰ ἄχρι καιροῦ (μέχρι τὸ κοινὸ ποτήριον), διότι, δῆθεν  ἀκόμα δὲν ὑπάρχει προδοσία τῆς πίστεως;  Νομίζουμε ὅτι ἀπάντηση στὰ παραπάνω ἐρωτήματα εἶναι προφανής).

Ὁ Ὃσιος Ἡσαϊας ὁ Ὁμολογητής (13ος αἰών): Αὐτός Μακάριος ἔπαθε πολλὰ κακὰ ἀπτὸν βασιλέα Μιχαὴλ τὸν Παλαιολόγο τὸν λατινόφρονα, γιατί δὲν ἤθελε νὰ συγκοινωνήσει μὲ τὸν τότε ΠατριάρχηἸωάννη τὸν Βέκκο,  διὰ τὴν καινοτομία τοῦ ὈρθοδόξουΔόγματος,   ἀλλὰ ἀπό θείο ζήλο κινούμενος ἀγωνίστηκε πολύ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μὲ τὴν ἀκούραστη διδασκαλία του, καὶ παρόμοια φροντίδα καὶ προθυμία του, ἓνωσε ὅλους μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πολύ τελειώτερα». (Νέον Ἐκλόγιον, σελ. 337-

Ὁ Ὃσιος Νικηφόρος (13ος αἰών): «Ὅταν παντοῦ ἄναψε γιὰ τὰ καλὰ φλόγα τῆς ἀσεβείας, τότε ἔφθασε καπνὸς μέχρι καὶ τὸ Ἅγιον Ὅρος, ἐπειδὴ βασιλεὺς ἄκουσε ὅτι οἱ Πατέρες ἔπαυσαν τελείως τὸ μνημόσυνό του (σ.σ. καὶ τοῦ πατριάρχη.Βέκκου)…. στὸ τέλος ὅμως, ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, ἄναψε ὅπως μποροῦσε, ἐναντίον μας γιὰ τὰ καλά, το πῦρ τῶν βασάνων ἀπαιτώντας